Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Νέος Κώδικας δικηγόρων - η φθινοπωρινή αποτύπωση της μεταπολιτευτικής δικηγορίας



Του Κώστα Παπαδάκη, δικηγόρου της Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων ΑΘήνας

ΝΕΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΕΡΙ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ  
΄Η  ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΑΣ

Ο Δικηγορικός Κώδικας του 1954 (Ν.Δ. 3026/1954) κωδικοποίησε για πρώτη φορά σε ενιαίο κείμενο τα διάσπαρτα νομοθετήματα που αφορούσαν τον τρόπο άσκησης της δικηγορίας και για πρώτη φορά προσπάθησε να την οργανώσει, ορίζοντας αφενός τη βάση πάνω στην οποία ασκείται, διατάσσοντας δηλαδή τη δικηγορική ύλη και τα δικαιώματα αμοιβών των δικηγόρων και αφετέρου οργανώνοντας τον τρόπο άσκησης της δικηγορίας, τις προϋποθέσεις, τους κανόνες της, καθώς επίσης και τη λειτουργία των Δικηγορικών Συλλόγων, των διοικητικών και πειθαρχικών τους οργάνων.

Υπήρχαν αρκετές συνθήκες που καθιστούσαν τη δικηγορία και γενικά την παροχή νομικών υπηρεσιών απαραίτητο παράγοντα της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα τις προηγούμενες του 1954 (και όχι μόνο) δεκαετίες : Διαρκείς ανακατανομές πλούτου και γης με τις εδαφικές επεκτάσεις, αθρόα βιομηχανική ανάπτυξη, ανάγκη ρύθμισης εργασιακών σχέσεων, γραφειοκρατία, διοικητική ασυδοσία, πολυνομία (ο όγκος της νομοθετικής ύλης στη νΕλλάδα υπολογίζεται 40πλάσιος του αντίστοιχου των πρώτων 15 χωρών μελών της Ε.Ε.) : Ενα τεράστιο πεδίο άσκησης νομικών δεξιοτήτων που ήταν αναγκαίες όχι απλά για τη διαμεσολάβηση του πολίτη απέναντι στο Δημόσιο ή την αναμέτρηση αντιτιθεμένων συμφερόντων, αλλά ακόμη και για αυτή καθαυτή τη δυνατότητα διατύπωσης στοιχειωδών διοικητικών διαδικασιών και αιτημάτων.

Παρόλα αυτά, η αστική τάξη επιφύλαξε στη δικηγορία το ρόλο του φτωχού συγγενή και όχι του ακριβοπληρωμένου συνεταίρου. Η δικηγορική ύλη έμενε έξω από το πεδίο των υποχρεωτικών παραστάσεων σε υποθέσεις μεγάλου......

αντικειμένου, είτε αυτές ήταν ιδιωτικές συμβάσεις, είτε διοικητικές συμβάσεις, είτε παραστάσεις σε διοικητικές επιτροπές, είτε συμπράξεις σε διοικητικές διαδικασίες μεγάλου αντικειμένου. Η αστική τάξη απαλλάχθηκε από έναν ανεπιθύμητο συνεταίρο, αρκούμενη να τον καταστήσει προλετάριο υπηρέτη των συμφερόντων της χωρίς κατοχύρωση οποιασδήποτε αμοιβής. Σε αντάλλαγμα, τον φόρτωσε στους φτωχούς, για τους οποίους προέβλεψε μία σωρεία υποχρεωτικών παραστάσεων δικηγόρων σε συμβολαιογραφικές πράξεις και δικαστήρια και ένα εξαντλητικό κατά περίπτωση αμοιβολόγιο που, σε συνδυασμό με το πολύπλοκο σύστημα ιδίως της Πολιτικής Δικονομίας και την έλλειψη ουσιαστικής κατοχύρωσης για το δανειστή, καθιστούσε για πολλά χρόνια το διάδικο έρμαιο του συστήματος και το δικηγόρο διεκπεραιωτή των διαδικασιών αυτών επ’ ωφελεία.

Από κοντά το ελλιπές κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα, που στην περίπτωση της δωρεάν παροχής έννομης προστασίας υπήρξε πάντα μηδενικό, καθώς όχι μόνον δεν προέβλεπε διορισμό δικηγόρων με πληρωμή τους από το Δημόσιο σε σωρεία περιπτώσεων, αλλά έβλεπε πάντα τα δικαστήρια είτε ως «φουσκωτό» για την εξασφάλιση των αξιώσεων του Δημοσίου κατά των πολιτών, είτε ως εισπρακτικό μηχανισμό από τα δικαστικά ένσημα, απογραφόσημα, παράβολα και εξαγορές ποινών.

Ας σημειωθεί ότι τα πινάκια στα δικαστήρια δεν γέμισαν ποτέ από τη «δικομανία των Ελλήνων», που ατεκμηρίωτα αρκετοί παπαγάλιζαν ως δήθεν αιτία της καθυστέρησης των δικών για χρόνια, αλλά από τη δικομανία του νομοθέτη, που ποινικοποιούσε κάθε διοικητική παράβαση και οφειλή προς το Δημόσιο και ανάγκαζε τις υπηρεσίες του να φορτώνουν με εκατοντάδες χιλιάδες αυτεπάγγελτες μηνύσεις τις εισαγγελίες της χώρας κάθε χρόνο..

Αποτέλεσμα είναι ότι, τις δεκαετίες που πέρασαν, ολόκληροι κλάδοι της ανερχόμενης αστικής τάξης διεκπεραίωσαν τις νομικές τους υποθέσεις χωρίς να φανεί πουθενά η επίσημη παράσταση και αμοιβή του νομικού τους παραστάτη : εργολάβοι οικοδομών, τράπεζες, χρηματιστηριακές, εμπορικές και διαφημιστικές εταιρίες σε απείρων ειδών συμβάσεις, επιχειρήσεις σε φακέλους αδειοδοτήσεων, συμμετοχής σε διαγωνισμούς, προμηθειών, εκδικάσεις ενστάσεων κτλ.,

Αντίθετα ο φτωχός ήταν υποχρεωμένος είτε στις ελάχιστες συναλλαγές του σε ακίνητα είτε στις δίκες που συνήθως προέκυπταν από ατυχή περιστατικά της ιδιωτικής του ζωής (διαζύγια, οικογενειακές διαφορές, κληρονομικά και αργότερα τροχαία κτλ.) να είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει σημαντικές αμοιβές για τη δικηγορική του εκπροσώπηση.

Έτσι η δικηγορία στην Ελλάδα δεν απέκτησε ποτέ τα χαρακτηριστικά των προηγμένων δυτικών εταίρων μας (κλεψύδρα, χρονοχρέωση, ποσοστιαία αμοιβή 10% και άνω σε κάθε είδους υπόθεσης) και οι δικηγόροι, που από τα τέλη του 19ου ήδη αιώνα παραπονούνταν επίσημα για δικηγορικό πληθωρισμό, (συμπεριλαμβανομένων στον πληθυσμό τους και των δικολάβων και των κάθε λογής γραμματικών τις προηγούμενες δεκαετίες) δεν έγιναν ποτέ στο σύνολό τους μέρος της ελίτ της χώρας αλλά έμειναν στα μεσοστρώματα, αναπτύσσοντας μία δομή αντίστοιχη με τη δομή της μικρομεσαίας ελληνικής οικονομίας.

Μικρομεσαία, ατομική, μαχόμενη κυρίως δικηγορία, προσαρμοσμένη στην προσωπική σχέση εμπιστοσύνης με τον πελάτη, ήταν μία δικηγορία ταγμένη συχνά να υπηρετεί τους πλούσιους, αλλά να τρέφεται από τους φτωχούς. Με δελεαστικά στοιχεία το κύρος και την αίγλη του τίτλου του δικηγόρου, το φωτοστέφανο του πρώτου επιστημονικού συλλόγου της χώρας για το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και το ανοιχτό πεδίο της δικηγορίας ως προθαλάμου για την πολιτική σταδιοδρομία και ανέλιξη. Κάτι το οποίο ήταν απολύτως φυσικό, καθώς η νομική επιστήμη με τη μορφωτική υπεροχή και εποπτική θέση που διαθέτει είναι εκείνη η οποία αποκαλύπτει στον κάτοχό της τους κανόνες με τους οποίους λειτουργεί η κοινωνία, οι συναλλαγές, οι τάξεις, τα κράτη και τους μαθαίνει να διαχειρίζονται την άποψή τους, έχοντας να αντιμετωπίσουν στο έπακρο την αντίθετη.

Έτσι η δικηγορία δεν μπήκε στα σαλόνια στο σύνολό της. και έτσι όπως ήταν, με μικρό κόστος και μικρή ανάλωση χρόνου, μπορούσε να πετυχαίνει ένα άνετο βιοπορισμό, αν όχι και πλουτισμό. Αρκούσε τότε ένα γραφειάκι με ένα στοιχειώδη εξοπλισμό, τέσσερις κώδικες και στην καλύτερη περίπτωση μία γραφομηχανή και ένα τηλέφωνο, για να μπορέσει κάποιος να ασκήσει δικηγορία. Το μορφωτικό επίπεδο των δικηγόρων ήταν τότε πολύ ψηλότερο του μέσου. Καμμία σχέση με τις σημερινές απαιτήσεις των Η/Υ, του ίντερνετ, των κινητών τηλεφώνων, των μέηλ και των φαξ, της απέραντης πληθώρας των νομικών βιβλίων και περιοδικών και όλες εκείνες τις φαινομενικές ανέσεις που, ουσιαστικά, πολλαπλασιάζουν το κόστος της δικηγορίας, αλλά και το χρόνο της αφανούς εργασίας της.

Αντίστοιχη ήταν και η συνείδηση που ανέπτυξαν οι δικηγόροι στην Ελλάδα. Η κατάταξή τους στα μεσοστρώματα τους ώθησε, λίγο πολύ, στην ανάπτυξη αντίστοιχης συνείδησης και σε αντίστοιχη συντηρητικοποίηση ή ριζοσπαστικοποίηση, ανάλογα με τα ξεσπάσματα των περιόδων. Ωστόσο, η δικηγορία των δικαιωμάτων νίκησε τη δικηγορία των συμφερόντων, διακρίθηκε περισσότερο και έδωσε το στίγμα της στους κοινωνικούς αγώνες και στα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στις τάξεις της. Είναι άξιο επισήμανσης ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών και όταν ακόμα είχε συντηρητικές ηγεσίες, στάθηκε συχνά στην πρώτη γραμμή της υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών κάτω από την πίεση των δικηγόρων και όχι μόνο, γιατί αυτό το επέτασσε η συνείδηση που είχαν αποκτήσει τα μέλη του.

Όμως τα χρόνια πέρασαν. Η δικηγορική ύλη δεν μπορούσε να στηρίζεται πια ούτε στα ακίνητα, ούτε σε υποχρεωτικές παραστάσεις παρωχημένων δικών. Ειδικότερα για τα ακίνητα, ήταν ολοφάνερο ότι ο ρόλος της δικηγορίας, όπως και των συμβολαιογράφων, παρότι αυτονόητα καθοριστικός, ήταν ιστορικά πεπερασμένος, συνυφαζόταν με το πέρασμα της ιδιοκτησίας στο στάδιο των τίτλων και της τακτοποίησης, όταν τον περασμένο αιώνα η ακίνητη ιδιοκτησία στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, δεν είχε συμβόλαια και μεταβιβαζόταν δια λόγου.

Και αν οι υποχρεωτικές παραστάσεις δεν καταργούνταν σήμερα, αφού πρώτα έχουν αρχίσει να περιορίζονται από το έτος 2001, θα έφταναν σε ένα σημείο, κάποιες δεκαετίες ίσως μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών κτηματογράφησης, που θα ήταν σχεδόν περιττές. Το ίδιο και για μία σειρά από δίκες, π.χ. διαζύγια, που απλοποιήθηκαν ή με το πέρασμα του χρόνου έπαψαν να αντιπροσωπεύουν μαζικά έννομες σχέσεις καθημερινής αντιπαράθεσης και έπαψαν να γεμίζουν τα ακροατήρια των δικαστηρίων.

Στοιχειώδης διορατικότητα προέβλεπε προ πολλού όλα αυτά.

Ο Κώδικας περί Δικηγόρων είχε πάψει από καιρό να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες συνθήκες και εξακολουθούσε να διαιωνίζει και την υπέρμετρη επιβάρυνση των λαϊκών στρωμάτων με περιττές δικηγορικές παραστάσεις και την ελλιπή αμοιβή των δικηγόρων, προς όφελος των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και των μεγαλοδικηγόρων. Στο εσωτερικό της δικηγορίας και τον τρόπο άσκησής της υπήρξαν ενδιαφέρουσες τάσεις από τη δεκαετία 1990 και μετά προς δύο κατευθύνσεις :

α) Μία προς τα πάνω, με τη συγκρότηση, ίδρυση και λειτουργία των πρώτων δικηγορικών εταιριών, που βέβαια λειτουργούσαν άτυπα στα πιλοτικά μοτίβα των γραφείων που ασχολούνται με ναυτιλιακές υποθέσεις και τα οποία, κατ’ εξαίρεση από όλα τα υπόλοιπα ελληνικά δικηγορικά γραφεία, ήταν δομημένα σε επίπεδο όρων αμοιβής και λειτουργίας αντίστοιχα με τα γραφεία του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης.

Έτσι, το 1989 έχουμε το Π.Δ.. 18/1989 που για πρώτη φορά θεσπίζει τη δυνατότητα ίδρυσης και λειτουργίας δικηγορικών εταιριών – ρητά μη κεφαλαιουχικών κατ επιταγή του άρθρου 47 παρ. 2 ΚπΔ) , που όμως έμεινε σε αχρησία για πολλά χρόνια, εξαιτίας του ότι δεν υπήρχε ουσιαστικό κίνητρο για τη δημιουργία τους, αφού η ίδια η δικηγορική ύλη και η μικρομεσαία δομή της κυρίαρχης δικηγορίας, που ακολουθούσε την αντίστοιχη της κοινωνίας, δεν ωθούσε σε κάτι τέτοιο.

β) Προς τα κάτω, καθώς η μαζικοποίηση της δικηγορίας και η διαμόρφωση ενός αριθμού χιλιάδων προσωρινών ή και μόνιμων εμμίσθων συνεργατών που παρέμεναν μετά την άσκηση στα δικηγορικά γραφεία που ασκούνταν για να γίνουν δικηγόροι έθεσαν για πρώτη φορά με όρους κινήματος ζήτημα κατοχύρωσης  της αμοιβής τους.

Η επανασύσταση και δραστηριοποίηση της Ένωσης Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών (καμία σχέση με το σημερινό έκτρωμα των τελευταίων ετών που διοργανώνει εκλογές στα κρυφά και οι κύριες φανερές δραστηριότητές της είναι εκδρομές και πάρτυ) οδήγησε το Φεβρουάριο του 1992 το Δ.Σ.Α. για πρώτη φορά στη λήψη απόφασης για ελάχιστα όρια μηνιαίων αμοιβών για τους ασκουμένους και έμμισθους συνεργάτες δικηγόρους, αποφάσεις οι οποίες επαναλήφθηκαν κατά τακτά χρονικά διαστήματα και, ανεξάρτητα από το εάν και πώς υλοποιήθηκαν, καταδεικνύουν την πίεση του κινήματος των νέων δικηγόρων και την επιτυχή έκβαση όχι μόνο στις αποφάσεις του Δ.Σ., αλλά ακόμη και στον προγραμματικό λόγο των συνδικαλιστικών δικηγορικών παρατάξεων, αφού από την Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας, που πρώτη και μόνη το 1990 έθεσε ζήτημα αμοιβής του δικηγόρου συνεργάτη, όλες σχεδόν οι παρατάξεις, η μία μετά την άλλη, συμπεριλαμβάνουν τα σχετικά αιτήματα στην προεκλογική τους τουλάχιστον διακήρυξη.

Με όλα αυτά, η περίοδος των παχέων αγελάδων εξαντλήθηκε. Οι δεκαετίες της «φούσκας» και ιδίως αυτές του 1990 και 2000 έδωσαν τη θέση τους σε μία πεντάχρονη, μέχρι στιγμής, σοβαρότατη επαγγελματική κρίση στη δικηγορία, που ξεκίνησε πριν από την περίοδο των μνημονίων και της ένταξης της χώρας στην Τρόικα, με την κρίση της αγοράς ακινήτων που χρονολογείται από το 2008 με το σταμάτημα της οικοδομικής δραστηριότητας.

Η κρίση αυτή βρίσκεται στο απόγειό της, καθώς η έλλειψη ρευστότητας στην αγορά καθιστά απαγορευτική και αφερέγγυα κάθε συναλλαγή με αντίτιμο τις νομικές υπηρεσίες, ενώ οι απαιτήσεις και το κόστος άσκησης της δικηγορίας αυξάνει σταθερά, πολλαπλασιάζοντας και τις μηνιαίες ανελαστικές της δαπάνες και τον αναλώσιμο για την αναγκαία διεκπεραίωσή της χρόνο.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές, αποστολή του νέου Κώδικα Δικηγόρων θα ήταν να αναδιατυπώσει τον ορισμό του δικηγόρου, να καθορίσει εκ νέου τη σχέση του με την αγορά και τους όρους ένταξής του σ’ αυτή, να ψηλαφίσει τα πεδία αναγκαιότητας της παροχής δικηγορικών υπηρεσιών στο κοινωνικό γίγνεσθαι ώστε, ιεραρχώντας τα, να αναζητήσει εκείνα στα οποία η παροχή νομικών υπηρεσιών είναι αναντικατάστατη και άρα αναγκαία, προκειμένου να την καταστήσει υποχρεωτική, ώστε να πάψει να παρέχεται απλήρωτα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Να αναδιατάξει τη δικηγορική ύλη και να διαμορφώσει ξανά το καθεστώς δικηγορικών αμοιβών, λαμβάνοντας υπόψη ευρύτερα κοινωνικά κριτήρια αλλά και στενότερα επαγγελματικά και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η δικηγορία σήμερα. Θα όφειλε επίσης να λάβει υπόψη του ότι στα χρόνια που πέρασαν από το 1954 ελάχιστες ήταν οι νομοθετικές πρωτοβουλίες με τις οποίες υπήρξε οποιαδήποτε παρέμβαση στον καθορισμό των δικηγορικών αμοιβών, σε αντίθεση με άλλους επαγγελματικούς κλάδους, ιδιαίτερα τους πολιτικούς μηχανικούς, που πέτυχαν πολύ μεγάλη πρόοδο στον τομέα αυτό, ιδίως με τα προεδρικά διατάγματα του 1989, με αποτέλεσμα να προσδιορίζονται αξιοζήλευτα επίπεδα επαγγελματικών τους αμοιβών, αρκετά καλοπληρωμένων για την επαγγελματική τους ενασχόληση.

Η Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας υποστήριζε από το 1996 :
Είναι ώριμη από καιρό  η ανάγκη αξιολόγησης με κριτήρια όχι συντεχνιακά αλλά κατ αρχήν ευρύτερα κοινωνικά του πεδίου των υποθέσεων που πρέπει να ενταχθούν στην δικηγορική ύλη (όχι μόνο ουσιαστικά, αλλά και επίσημα και τυπικά), καθώς και εκείνων που πρέπει να αποδεσμευθούν από αυτήν. Και σε δεύτερο στάδιο ο τρόπος προσδιορισμού της δικηγορικής αμοιβής για την παροχή των διαφόρων υπηρεσιών τους. Κακά τα ψέμματα : Οσο έχουν δίκιο οι δικηγόροι για τις άπειρες απλήρωτες εργασίες τους, ανάμεσα στις οποίες συχνά μεγάλο μέρος καταλαμβάνει ο χρόνος παροχής συμβουλών, άλλο τόσο έχει και ο κόσμος, που συχνά εκεί που δεν χρειάζεται αναγκάζεται να πληρώνει χωρίς λόγο (συναινετικά διαζύγια, παράσταση δικηγόρων σε πωλήσεις ακινήτων κλπ).

Η αναδιάταξη της δικηγορικής ύλης και η αποτίμηση του τρόπου αμοιβής με διαφανή κοινωνικά κριτήρια θα έπρεπε να είναι το πρώτιστο καθήκον του Δ.Σ.Α., όταν μάλιστα διεκδικεί δάφνες κοινωνικής ευαισθησίας. Σκοποί που θα εξυπηρετούσε μία τέτοια είναι κατεύθυνση είναι : 1) Αφενός η απαλλαγή του κοινωνικού συνόλου (και ιδιαίτερα των μικρομεσαίων οικονομικών στρωμάτων) από περιττές στις σημερινές συνθήκες υποχρεωτικές δικηγορικές παραστάσεις και αμοιβές, 2) Η υπαγωγή και τυπικά στη δικηγορική ύλη σημαντικών κατηγοριών συναλλαγών, που ενώ στην πραγματικότητα προύποθέτουν αποκλειστικά και μόνο εργασία δικηγόρου, δεν προβλέπουν παράστασή του σε αυτές

Ο Δικηγορικός Κώδικας, αντί να επιβάλλει την υποχρεωτική παράσταση δικηγόρων είτε σε πενιχρού αντικειμένου αστικές δίκες, είτε σε δίκες χωρίς αντιδικία, είτε ακόμη και σε πωλητές ακινήτων μικρής αξίας, δημιουργώντας περιττή επιβάρυνση και εύλογη δυσαρέσκεια κατά των δικηγόρων, πρέπει επιτέλους να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του σήμερα και να κατευθυνθεί στην κατοχύρωση της δικηγορικής εργασίας σε τομείς που η καθιέρωση της δικηγορικής παράστασης είναι και συναλλακτικά ώριμη  και κοινωνικά αναγκαία και πραγματικά επωφελής για τα συμφέροντα των συναλλασσομένων, επιβαρύνοντας όχι τα χαμηλά εισοδηματικά κοινωνικά στρώματα, αλλά τους μεγάλους Οργανισμούς και επιχειρήσεις που ζουν σε βάρος τους.

Ενδεικτικά :
- Δημόσια έργα, Τραπεζικές και μεγάλες εμπορικές συμβάσεις ιδίως στους δυναμικούς τομείς της οικονομίας (πνευματικά δικαιώματα, Μ.Μ.Ε, βιομηχανική ιδιοκτησία, μεταφορικές και ασφαλιστικές συμβάσεις, διεθνείς και εσωτερικές εμπορικές συναλλαγές, leasing, fransicing,  αντιπροσωπείες) και ακόμα μισθώσεις επαγγελματικής στέγης και εταιρικά είναι τα σημερινά και αυριανά πεδία εκμετάλλευσης της απλήρωτης και ακατοχύρωτης δικηγορικής εργασίας, από τα οποία διαφεύγουν καθημερινά δισεκατομύρια πόρων Ταμείου Συνεργασίας, δικηγορικών αμοιβών, ασφαλιστικών οργανισμών και κρατικών φόρων πρός όφελος του ιδιωτικού τομέα, των μεγάλων επιχειρήσεων και των παραδικηγορικών επαγγελμάτων.

Μέχρι πότε αυτό θα εξακολουθεί να γίνεται με τη συνενοχή του Δ.Σ.Α;

Λέγαμε ακόμη, για τον τρόπο προσδιορισμού των αμοιβών :

Είναι επίσης αναγκαίο να πάψει να αποτελεί ο ίδιος ο Δικηγορικός Κώδικας πηγή εκμετάλλευσης δικηγόρων από ιδιώτες και ασφαλιστικές εταιρίες, να αποδίδονται δικαστικές δαπάνες σύμφωνα με τις πραγματικές αμοιβές που θα ισχύουν και να απαλλαγεί επιτέλους η καθημερινή δικηγορία από το κρυφτούλι της αμοιβής, τον ανταγωνισμό και την αδιαφάνεια στον καθορισμό του ποσού :

- Καθιέρωση συγκεκριμένων ελαχίστων ποσών αμοιβής σύμφωνα με την αξία του επίδικου αντικείμενου, για κάθε δικαστική, εξώδικη και άλλη εργασία, και όπου δεν είναι εφικτός ο προσδιορισμός της με σύγχρονα επαγγελματικά και κοινωνικά κριτήρια.

- Κατοχύρωση των δικηγόρων που ως έμμισθοι ή κατ αποκοπή απασχολούνται σε ασφαλιστικές και άλλες εταιρίες  με αμοιβές μαύρης αγοράς.

- Οριοθέτηση των υποχρεώσεων των δικηγόρων προς εντολείς και διαδίκους, ιδίως σε συμπληρωματικές και παρεμφερείς προς την κύρια εργασίας τους υπηρεσίες, ώστε να αποσαφηνιστεί το εύρος των υποχρεώσεών τους και να αποφεύγεται η κατασπατάληση απλήρωτου χρόνου σε διεκπεραίωση διοικητικών και γραφειοκρατικών διαδικασιών.

Τότε υπήρχε η δυνατότητα να κατακτηθούν οι παραπάνω στόχοι. Οι αγελάδες ήταν ακόμη παχιές. Τώρα οικονομικές και πολιτικές συνθήκες χειροτέρεψαν δραματικά.

Εκτός από την οριοθέτηση των σχέσεων της δικηγορίας με το κοινωνικό σύνολο, ο Κώδικας περί Δικηγόρων θα όφειλε να οργανώσει εσωτερικά τη ζωή της δικηγορίας, να επαναδιατυπώσει κανόνες δεοντολογίας, κανόνες συμπεριφοράς μεταξύ δικηγόρων εργοδοτών και συνεργατών, να αναδιατυπώσει - κατά την άποψή μου να καταργήσει – το περιεχόμενο της άσκησης και να οργανώσει επί το δημοκρατικότερο τη λειτουργία των Δικηγορικών Συλλόγων, που χαρακτηρίζεται από συγκεντρωτισμό, προεδροκεντρισμό και έλλειψη αντιπροσωπευτικών διαδικασιών, με μόνη εξαίρεση την τροποποίηση του τρόπου διεξαγωγής των αρχαιρεσιών με την καθιέρωση της απλής αναλογικής το καλοκαίρι του 1989, με το Φώτη Κουβέλη Υπουργό και τον Αντώνη Ρουπακιώτη Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Ν.Δ. – Συνασπισμού Τζανετάκη.

Αντί για όλα αυτά, ο Κώδικας περί Δικηγόρων ακολουθεί τη μακρόχρονη νεοφιλελεύθερη ντιρεκτίβα περί δήθεν απελευθέρωσης του επαγγέλματος, δηλαδή  κατάργησης των υποχρεωτικών δικηγορικών παραστάσεων σε οποιαδήποτε συναλλαγή, ακόμα και σε δίκες, και της απορρύθμισης των εργασιακών αμοιβών των δικηγόρων με την παράδοσή τους στις συνθήκες του αγοραίου ανταγωνισμού.

Επισκοπώντας το νέο σχέδιο Κώδικα περί Δικηγόρων κατά κεφάλαιο, παρατηρούμε τα εξής  :

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ – ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Η περιγραφή της φύσης της δικηγορίας αποτυπώνει, έστω και αρκετά συνεσταλμένα σε σχέση με τον τρόπο που περιγράφεται από τα άρθρα 2 και 3 του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων, με αρκετά ρεαλιστικό τρόπο. Αξιοσημείωτη είναι η εμμονή του Κώδικα στο ασυμβίβαστο της δικηγορίας με οποιαδήποτε άλλη εργασία, υπηρεσία και απασχόληση, ρύθμιση η οποία προφανώς αποβλέπει στην εξύψωση του κύρους και της λειτουργικής ανεξαρτησίας του δικηγόρου, αποτελεί όμως κενό γράμμα εάν δε συνοδεύεται από την κατοχύρωση των όρων αμοιβής και εργασίας του και αποβαίνει να γίνεται όργανο ταξικού αποπληθωρισμού της.

Δεύτερο αξιοσημείωτο, η έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς σε εταιρίες νομικής προστασίας και γενικότερα σε εταιρίες αγοράς και μεταπώλησης δικηγορικών υπηρεσιών ή ένταξής τους σε συνολικότερα πακέτα (ενδεικτικά, παλιότερα real estate, σήμερα εξυπηρέτηση υπερχρεωμένων νοικοκυριών και επαγγελματιών κτλ.) στο άρθρο 9 περί αντιποίησης της δικηγορίας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ – ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ – ΑΣΚΗΣΗ – ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Ο Κώδικας δεν αποτολμά, φυσικά, να καταργήσει την άσκηση, αίτημα το οποίο είχε ενστερνιστεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σημαντική μερίδα του προοδευτικού δικηγορικού κινήματος. Η δικηγορία είναι το μόνο επάγγελμα στο οποίο επιβιώνει σημαντικό χρονικό στάδιο θεσμοποιημένης αναμονής χωρίς οποιαδήποτε κατοχύρωση αμοιβής και εργασίας, που θεσπίστηκε αποσκοπώντας ευθέως (βλ. Εισηγητική Έκθεση Ν. 1911) στη δημιουργία αναχώματος για την πρόσβαση στη δικηγορία και την αντιμετώπιση του δικηγορικού πληθωρισμού. Με δεδομένη, παρά ταύτα, την καθιέρωση της άσκησης είναι αξιοσημείωτα :

α) Η χαλάρωση της προθεσμίας (κατάργηση εξάμηνου που ίσχυε μέχρι τώρα) για την εγγραφή του πτυχιούχου Νομικής ως ασκουμένου, με την προφανή ελπίδα του νομοθέτη ότι, στα πέντε χρόνια που ουσιαστικά του επιτρέπει να αποφασίσει, θα βρει κάτι άλλο και θα φύγει από τη δικηγορία. 

Όμως στους λόγους που το νομοθέτημα κρίνει ως σπουδαίους για την καθυστέρηση πέραν της πενταετίας στην εγγραφή του ασκούμενου δεν συμπεριλαμβάνεται η παροχή εξαρτημένης εργασίας, πράγμα που δείχνει άλλη μία φορά την εχθρική διάθεση του νομοθέτη στους φτωχούς που επιθυμούν να μπουν στη δικηγορία.

β) Το ότι η άσκηση γίνεται δυσκολότερη, η διάρκεια των 18 μηνών είναι ελάχιστη διάρκεια, υπάγεται σε ειδική επιτροπή εποπτείας και γίνονται δυσκολότερες οι εξετάσεις, οι οποίες γίνονται πανελλήνιες και περιλαμβάνουν περισσότερα μαθήματα απ’ ότι στο παρελθόν, με Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων για την επιλογή των θεμάτων κτλ.,

γ) Το ότι παρόλα αυτά δεν λαμβάνεται καμία μέριμνα για τους όρους αμοιβής των ασκουμένων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η λέξη «αμοιβή» απουσιάζει από το άρθρο 13 παρ. 3 εδ. β’ που παρέχει νομοθετική εξουσιοδότηση στο Δ.Σ. των Δικηγορικών Συλλόγων και το Υπουργείο Δικαιοσύνης για τον καθορισμό του χρόνου, τόπου, λοιπών περιστάσεων και συνθηκών των ασκουμένων δικηγόρων.

δ) Παράλληλα, επιτρέπεται σε κάθε δικηγόρο να έχει στο γραφείο του έως και τρεις ασκουμένους, ενώ επιτρέπεται σε πολλαπλάσιο του αριθμού των εταίρων δικηγόρων σε κάθε δικηγορική εταιρία. 

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι ο Δικηγορικός Κώδικας διαμορφώνει ένα φτηνό υπαλληλικό δυναμικό για τα δικηγορικά γραφεία για 18 τουλάχιστον μήνες με την ευχή να είναι όσοι γίνεται περισσότεροι αυτοί που δεν θα φτάσουν στη δικηγορία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ – ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ, ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΠΑΥΣΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

Μία ευχάριστη έκπληξη υπάρχει στο κείμενο της ορκοδοσίας (άρθρο 24 παρ. 3):

α) «Ορκίζομαι ενώπιον του Θεού … να υπακούω στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό», άρα ο δικηγόρος ουσιαστικά ορκίζεται να μην εφαρμόζει αντισυνταγματικούς νόμους και

β) Να υπερασπίζεται τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των πολιτών και κατοίκων της χώρας, διατύπωση σημαντική ενόψει της ρατσιστικής υστερίας η οποία επιτίθεται με μανία την περίοδο αυτή.

Ακόμη, για την προαγωγή του δικηγόρου στον Άρειο Πάγο χρειάζονται εννιά χρόνια, τέσσερα για να γίνει παρ’ Εφέταις συν πέντε για να γίνει παρ’ Αρείω Πάγω (4 + 5), αντί οκτώ (4 + 4) που ίσχυε μέχρι σήμερα (άρθρο 28).

Παραμένουν οι παραπάνω αναχρονιστικές διακρίσεις και οι περιορισμοί των δικηγόρων.  

Εντελώς αντιφατικά εξαιρείται από αυτούς η παράσταση σε ποινικές υποθέσεις και δίκες. Σε αυτές ο δικηγόρος στο Πρωτοδικείο δικαιούται να παρίσταται ενώπιον κάθε βαθμού. Αν η έλλειψη δικηγορικής εμπειρίας κρίνεται καθοριστική για να απαγορεύει παραστάσεις σε δευτεροβάθμια αστικά και διοικητικά δικαστήρια, που λειτουργούν με την εκ του μακρόθεν έγγραφη διαδικασία, πώς είναι δυνατό να παραβλέπεται  σε διαδικασίες και δίκες υψηλού επιπέδου ετοιμότητας, που μπορούν να στείλουν τον κατηγορούμενο στη φυλακή ;

Τι εξυπηρετεί αλήθεια η μαζική εξώθηση άπειρων και κακοπληρωμένων δικηγόρων σε ποινικές υποθέσεις (βλ. και χαμηλές προεισπράξεις πλημμελημμάτων, μείωση γραμματίου στα μονομελής κακουργήματα, εξ επαγγέλματος διορισμοί συνηγόρων σε κατηγορούμενους για κακουργήματα την ημέρα της δίκης) αν όχι την απαξίωση και τον ευτελισμό των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και έμμεσα την πλήξη του κύρους των υπερασπιστών τους ;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ – ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

Η υποχρέωση του δικηγόρου να απευθύνεται προς του δικαστές, τους εισαγγελείς κτλ. με υπευθυνότητα και σεβασμό (άρθρο 35 παρ. 1) είναι τουλάχιστον δουλοπρεπής, ενόψει και των υπολοίπων διατυπώσεων του Κώδικα Δικηγόρων. Τουλάχιστον αν αυτές οι λέξεις αντικαθίσταντο με τις λέξεις «ανεξαρτησία» και «κοινωνική ευθύνη», το κείμενο θα απέπνεε μία ισορροπία.

Αξιοσημείωτο ακόμα είναι ότι ο Κώδικας δεν απεμπλέκει τους δικηγόρους από την ευθύνη της μετάφρασης εγγράφων (άρθρο 36), με μόνο εχέγγυο τη βεβαίωση του ιδίου του φερομένου ως μεταφράσαντος δικηγόρου ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας από την οποία μετέφρασε.

Αξιοσημείωτο ακόμα το γεγονός ότι η άρνηση μαρτυρίας (άρθρο 39) εκ μέρους του δικηγόρου αποτελεί μεν υποχρέωσή του, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις διατηρείται η ρύθμιση του προϊσχύσαντος Κώδικα (άρθρο 49 παρ. 2), που εναποθέτει στη συνείδηση του δικηγόρου την απόφαση εάν θα εξετασθεί ως μάρτυρας ή όχι, πλην όμως εξαλείφεται η προϋπόθεση της προηγούμενης άδειας του Δικηγορικού του Συλλόγου. Η απάλειψη αυτή επενεργεί προφανέστατα σε βάρος του δικηγόρου, αφού του στερεί το φυσικό σύμμαχο που θα μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη αντί γι’ αυτόν.

Για πρώτη φορά επιτρέπεται με νόμο η επαγγελματική διαφήμιση των δικηγόρων (άρθρο 40), που είναι προφανές ότι παρά τους υποκριτικούς περιορισμούς της θα ευνοήσει τη συγκέντρωση της ύλης σε μεγάλα γραφεία.

Θετικό αξιοσημείωτο (άρθρο 41) η ένταξη στον Κώδικα περί Δικηγόρων του Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών που, έστω κι αν οι διατάξεις του δεν επαναλαμβάνονται, όπως θα έπρεπε, στο κείμενο, αποκτούν πλέον ισχύ νόμου.

Υπενθυμίζουμε πάντα την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 39 του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων, ο οποίος καθιστά ελεγκτέα την ιδιωτική ζωή του δικηγόρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’ – ΕΙΔΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΑΣ

Η απεμπλοκή των αποδοχών εμμίσθων δικηγόρων από μισθολογικά κλιμάκια, σύνδεση με αποδοχές δικαστικών ή οποιαδήποτε άλλη ρήτρα εξασφάλισής τους (άρθρο 44) είναι φανερό ότι τους παραδίδει στην αγορά χωρίς το κύρος οποιασδήποτε συλλογικής διαπραγμάτευσης και ρύθμισης.

Στις σχέσεις συνεργασίας μεταξύ δικηγόρων (άρθρο 48) ο Κώδικας αποποιείται την ευθύνη της ρύθμισης των όρων αμοιβής και εργασίας, περιοριζόμενος απλώς να υποδείξει ότι η σχετική συμφωνία πρέπει να είναι έγγραφη, διαφορετικά η ρύθμιση της σχέσης δεν υπάγεται στο παρόν άρθρο.

Ακόμη, με τις νέες ρυθμίσεις για τις δικηγορικές εταιρίες (άρθρο 49) παρέχεται η δυνατότητα σε δικηγορική εταιρία (δεν την είδαμε να διατυπώνεται στις προϋποθέσεις της ατομικής δικηγορίας) να ιδρύει υποκαταστήματα και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και διαμορφώνει τους όρους για την επέκταση των μεγάλων δικηγορικών γραφείων και τη μονοπώληση της δικηγορικής ύλης από την πλευρά τους.

Στις δικηγορικές εταιρίες εγκαταλείπεται η ρύθμιση του άρθρου 47 παρ. 2 του ισχύοντος Κώδικα, που απαγορεύει ρητά τη σύσταση κεφαλαιουχικής εταιρίας, και αφήνεται ο προσδιορισμός του τρόπου συμμετοχής στα κέρδη και στα εταιρικά μερίδια στη συμφωνία των εταίρων και ανεξάρτητα από την εισφορά τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’ – ΑΜΟΙΒΕΣ ΚΑΙ ΘΕΣΜΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

Ο Κώδικας αδυνατεί να αναπληρώσει το κενό του Ταμείου Συνεργασίας, που έχει απαξιωθεί εμφανώς σε σημείο ολοκληρωτικής κατάρρευσης ύστερα από την κατάργηση της υποχρεωτικής παράστασης των δικηγόρων στα συμβόλαια, από όπου και αντλούσε το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του.

Οι συνέπειες και επιπτώσεις της παράλειψης αναδιάταξης της δικηγορικής ύλης, έτσι ώστε να συλλαμβάνεται δικηγορική ύλη που αποφέρει μεγάλες αμοιβές από κοινωνικές ομάδες που έχουν τη σχετική οικονομική δυνατότητα και, στη συνέχεια να γίνεται η απόσπαση μέρους των αμοιβών για το σχηματισμό αναδιανεμητικών λογαριασμών όπως εκείνοι του Ταμείου Συνεργασίας, είναι εμφανείς και αποτυπώνονται πια στον Κώδικα αυτό, ο οποίος δεν έχει καμία φαντασία για να μπορέσει να αναπληρώσει το χαμένο Ταμείο Συνεργασίας.

Έτσι εισπράττει επί δικαίων και αδίκων, φορτώνοντας τη μαχόμενη δικαστηριακή δικηγορία με σωρεία κρατήσεων, διαλύοντας το παλιό γραμμάτιο προείσπραξης, από το οποίο κρατάει μόνο την υποχρέωση των δικηγόρων να καταβάλλουν την ποσοστιαία αναλογία τους επί του ποσού αναφοράς που δεν είναι και ποσό εξασφαλισμένης αμοιβής τους ταυτόχρονα, όπως παλιά, και που οι κρατήσεις αυτές γίνονται όλο και μεγαλύτερες.

Στο συγκεκριμένο σχέδιο νόμου ανέρχονται συνολικά σε 4% για τους Δικηγορικούς Συλλόγους συν 3% για το ΤΕΑΔ συν 5% για το Λογαριασμό Αλληλοβοήθειας και συνολικά 12%.

Η αναλογικότητα στον προσδιορισμό της αμοιβής ανάλογα με το αντικείμενο της δίκης παραμένει, αλλά κάμπτεται και υποχωρεί, αφού το ποσοστό μειώνεται προς όφελος των μεγαλοεντολέων ανάλογα με το ύψος του ποσού του αντικειμένου της δίκης.

Ακόμα, η χρονοχρέωση παύει να είναι υποχρεωτική για τον εντολέα, ελλείψει άλλης συμφωνίας, και γίνεται αντικείμενο δυνητικής συμφωνίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’ – ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΙ ΣΥΛΛΟΓΟΙ

Διατηρείται και ενισχύεται ο προεδροκεντρικός συνδικαλισμός, αφού ο Πρόεδρος εξακολουθεί να εκλέγεται άμεσα και όχι έμμεσα από το σώμα, ενώ κυρίαρχο όργανο σε πανελλαδικό επίπεδο παραμένει η Ολομέλεια των Προέδρων, το Δικηγορικό Συνέδριο εξακολουθεί να προβλέπεται ως διακοσμητικό στοιχείο, ενώ θεσμοί πανελλαδικής αντιπροσωπευτικής διαδικασίας ως ανωτάτου οργάνου για τη λήψη αποφάσεων σε πανελλαδικό επίπεδο και την εκλογή αντίστοιχων οργάνων παραλείπονται από τη θέσπιση. Για τη σύγκληση του Διοικητικού Συμβουλίου δεν αρκεί πλέον η αίτηση ενός συμβούλου (σημερινό άρθρο 234), αλλά απαιτείται αίτημα του 1/5 των μελών του Συμβουλίου.

Διατηρούνται αυξημένα όρια απαρτίας, απαγορευτικά για τις γενικές συνελεύσεις, οι οποίες πρέπει να έχουν απαρτία συνεχώς μέχρι τη λήξη τους, έτσι ώστε μία μειοψηφία να μπορεί να μπλοκάρει τη λήψη αποφάσεων συνεχώς με απειλή αποχώρησης, ενώ η λήψη απόφασης για αποχή επιτρέπεται μόνο με μυστική ψηφοφορία. Ακόμα, η συνέλευση εξακολουθεί να μην επιτρέπεται να εκλέξει Προεδρείο, αλλά να προεδρεύεται υποχρεωτικά από τον Πρόεδρο του Συλλόγου ή τον αναπληρωτή του, όπως επίσης και δεν μπορεί να αυτοσυγκαλείται παρά μόνο αν το αποφασίσει το Συμβούλιο ή το ζητήσει το 10% των μελών του Συλλόγου.

Η απλή αναλογική καταργείται, καθώς για τη συμμετοχή παράταξης στη δεύτερη ή τρίτη κατανομή απαιτείται η προηγούμενη λήψη ψήφων ίσων προς το εκλογικό μέτρο και έτσι επαναφέρεται το καθεστώς προ του 1989 που θεσπίστηκε.

Η θητεία των Διοικήσεων γίνεται τετραετής, με αποτέλεσμα την μεγαλύτερη ακόμη ενδυνάμωση της γραφειοκρατίας, σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση των γενικών συνελεύσεων και την αλλαγή του εκλογικού συστήματος. Επίσης, το πλειοψηφικό σύστημα διατηρείται και εσωτερικά με τη θέσπιση πολυσταυρίας είτε στο ενιαίο ψηφοδέλτιο είτε στο παραταξιακό, αφού κάθε εκλογέας μπορεί να ψηφίζει με σταυρό προτίμησης υποψήφιους ίσους με τον αριθμό των εκλεγομένων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’ – ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Στο ουσιαστικό πειθαρχικό δίκαιο εισχωρούν αόριστες παραβάσεις, όπως η εν γένει αναξιοπρεπής ή απρεπής συμπεριφορά του δικηγόρου. Θετικό, στον αντίποδα, η διάταξη ότι δεν αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα για δικηγόρο η άρνησή του να εφαρμόσει διατάξεις που τίθενται κατά κατάλυση του Συντάγματος ή είναι αντίθετες σε αυτό.

Επιμηκύνεται, ακολουθώντας τη γενική τάση, η παραγραφή των πειθαρχικών παραπτωμάτων στα 5 χρόνια, αντί για 3 που προβλέπεται ως τώρα και καταργείται ο προοδευτικός θεσμός της αυτοέγκλησης (άρθρ. 67) που έδινε τη δυνατότητα ελέγχου της πειθαρχικής συμπεριφοράς ενός δικηγόρου ύστερα από αίτηση του ιδίου.

Θετική η συγκρότηση των Πρωτοβάθμιων Πειθαρχικών Συμβουλίων σε επίπεδο εφετειακής και όχι πρωτοδικειακής περιφέρειας, αρνητικό το γεγονός ότι η κληρωτίδα από την οποία ανασύρονται οι πειθαρχικοί δικαστές καθορίζεται από τα Διοικητικά Συμβούλια των Δικηγορικών Συλλόγων (θυμίζει τον τρόπο συγκρότησης των δικαστηρίων για υποθέσεις τρομοκρατίας με την αλήστου μνήμης διάταξη του Ν. 3090/2002, που ευτυχώς πρόσφατα καταργήθηκε).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’ – ΑΓΩΓΗ ΚΑΚΟΔΙΚΙΑΣ

Επιμήκυνση της παραγραφής από 6 μήνες σε ένα έτος και διατήρηση των λοιπών προϋποθέσεων, που ουσιαστικά εξασφαλίζουν την ατιμωρησία. Παρά ταύτα, απόκλιση από το καθεστώς αγωγών κακοδικίας που ισχύει για δικαστές κτλ. πρόκειται για ένα κίνδυνο που, εάν δεν κατοχυρωθεί ο θεσμός της ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης, άλλο ένα πεδίο που εγκαταλείπει η αρίθμηση στον Κώδικα περί Δικηγόρων, ενδεχομένως στο μέλλον δημιουργήσει προβλήματα.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι (ΑΜΟΙΒΟΛΟΓΙΟ)

Τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα.

Ατολμη ακόμα και να προβεί σε στρογγυλοποιήσεις η νομοπαρασκευαστική επιτροπή παραδίδει αμετάβλητο το αμοιβολόγιο χωρίς να προσθέσει η να αφαιρέσει δικηγορικές υπηρεσίες και να μεταβάλει τις ελάχιστες αμοιβές.

Μόνη της εξαίρεση η απαράδεκτη μείωση του ποσού του γραμματίου προείσπραξης για παράσταση στο Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων από τα 983 € (που ίσχυε και εξακολουθεί να ισχύει στο Τριμελές) σε 750 €, λες και επειδή πολλά κακουργήματα υπήχθησαν σε Μονομελές Δικαστήριο με την διαστροφικής έμπνευσης – κάθε μονομελές δικαστήριο αποτελεί θεσμοποίηση της αυθαιρεσίας, πολλώ μάλλον σε κακουργήματα, για τα οποία ο κανόνας ήταν κάποτε πενταμελή και επταμελή - ρύθμιση του «μνημονιακού εκσυγχρονισμού» των δικαστηρίων με το ν. 4055/2012, μειώνεται η ευθύνη του συνηγόρου για τον χειρισμό τους.

Σημειωτέα με την ευκαιρία τα απαράδεκτα χαμηλά ποσά γραμματίων στα ποινικά πλημμελήματα (117 και 214 € στο Μονομελές και το Τριμελές αντίστοιχα) που παραμένουν εξευτελιστικά

ΑΝΤΙ ΚΛΕΙΣΙΜΑΤΟΣ

Το σχέδιο του κώδικα περί δικηγόρων είναι ο προάγγελος του θανάτου της μεταπολεμικής δικηγορίας, της αναίρεσης των κατακτήσεών της ως προς τους όρους εργασίας και αμοιβής της, της συρρίκνωσης της δικηγορικής ύλης προς όφελος του κεφαλαίου και της δημιουργίας όρων διανομής τους υπέρ των μεγάλων δικηγορικών γραφείων και εταιριών, της κατάργησης κάθε θεσμού αλληλεγγύης, της εντατικοποίησης της άσκησης, του ταξικού αποπληθωρισμού της δικηγορίας, της διαμόρφωσης δικηγορικού προλεταριάτου, της αποδυνάμωσης και υποβάθμισης του θεσμικού και κοινωνικού ρόλου της δικηγορίας, της κατάργησης κάθε έννοιας δημοκρατικών διαδικασιών στην εσωτερική ζωή των δικηγορικών συλλόγων και τη γραφειοκρατικοποίησή τους.

Οι θετικές του διατυπώσεις δεν είναι παρά «τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών». Μία αύρα όχι πλέον καλοκαιριού, αλλά φθινοπώρου, με ένα χειμώνα στο άμεσο μέλλον βαρύ και ατέλειωτο.

Συμπλήρωμα για το αμοιβολόγιο και τις εισφορές του νέου Κώδικα περί Δικηγόρων

Όπως γνωρίζουμε ήδη, ο Κώδικας περί Δικηγόρων έγινε με τη γνωστή εξευτελιστική διαδικασία της ψήφισης των κωδίκων νόμος του κράτους (είναι γνωστά τα βίντεο με την παρουσία τριών βουλευτών στη Βουλή, εκ των οποίων ο ένας ήταν ο Πρόεδρος που διάβαζε τα άρθρα και έλεγε συνεχώς «ναι», οι άλλοι ήταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου η οποία έλεγε διαρκώς «όχι» και ο τρίτος ήταν άφωνος) και ισχύει από την Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2013 που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (Ν. 4194 ΦΕΚ Α’ 208/27-9-2013).

Με αφορμή την εμπειρία από τις πρώτες μέρες εφαρμογής του, θεωρώ χρήσιμο να επισημάνω τα παρακάτω, τα οποία διαφεύγουν από το προηγούμενο κείμενο που έχω γράψει, αφενός εξαιτίας της τροποποίησης ορισμένων διατάξεων οι οποίες στο τελικό κείμενο του νόμου είναι διαφορετικές από ότι στο νομοσχέδιο, αφετέρου διότι οι διατάξεις περί του ποσού των εισφορών ισχύουν άμεσα αναπροσαρμοσμένες, σύμφωνα με το νεότερο αυτό κείμενο και τρίτον γιατί η πρακτική εμπειρία των πρώτων ημερών της εφαρμογής του, που λίγο πολύ αρχίζει να γίνεται γνωστή σε όλους, αποκαλύπτει τραγικές εξελίξεις, ακόμα χειρότερες από αυτές που περιγράφει το προηγούμενο κείμενο στον κλάδο. Ειδικότερα :

1) Το νέο αμοιβολόγιο συμπιέζει στραγγαλιστικά το δικηγόρο ανάμεσα στον εντολέα αφενός και το Δικηγορικό Σύλλογο αφετέρου.

Απέναντι στον εντολέα ο δικηγόρος είναι απόλυτα ακατοχύρωτος, δεδομένου ότι οι αμοιβές που λαμβάνονται υπόψη ως ποσά αναφοράς στα γραμμάτια......

προείσπραξης και αποτελούν την πηγή υπολογισμού των διαφόρων ποσοστιαίων κρατήσεων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου και των ασφαλιστικών ταμείων είναι αμοιβές οι οποίες ισχύουν ερμηνευτικά όταν ελλείπει οποιαδήποτε έγγραφη μεταξύ δικηγόρου και εντολέα διαφορετική συμφωνία και όχι αναγκαστικά ως ελάχιστα όρια αμοιβών, σε περίπτωση που ο δικηγόρος έχει συμφωνήσει μικρότερα ποσά.

Αυτό προκύπτει τόσο από τη διάταξη του άρθρου 63 του Ν. 4194/2013, σύμφωνα με την οποία «Η αμοιβή σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης ως εξής», αλλά και με την παρ. 4 της ίδιας διάταξης, κατά την οποία «Ο δικηγόρος διατηρεί το αποκλειστικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εντολέα του μικρότερη αμοιβή από την οριζόμενη στην παρ. 1 του παρόντος, η δε παραίτηση αυτή θα μπορεί να προταθεί από τον εντολέα του εφόσον έχει συμφωνηθεί εγγράφως».

Έτσι λοιπόν ο δικηγόρος είναι ευάλωτος σε πιέσεις κυρίως μεγαλοεντολέων (τράπεζες, μεγάλες εταιρίες κτλ.) να συνομολογεί όρια αμοιβής μικρότερα από τα ελάχιστα, να «ρίχνει την πιάτσα»  και τελικά να ανατρέπει κάθε δυνατότητα κοινού κεκτημένου όσον αφορά τις αμοιβές για το σύνολο των δικηγόρων. Ένας νέος διαδρομισμός επισημοποιείται με το νέο Κώδικα περί Δικηγόρων, καθώς όπως προαναφέρθηκε δεν ισχύουν υποχρεωτικά οι αμοιβές αυτές  των ποσών των γραμματίων προείσπραξης, που άλλωστε δε χαρακτηρίζονται καν σαν τέτοιες από το άρθρο 61 Ν. 4194/2013. Η ίδια η διατύπωσή του αποκαλύπτει ότι ο δικηγόρος δεν δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, αλλά υποχρεούται να προκαταβάλλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορές κτλ.

Παρά ταύτα ο εντολέας απειλείται με απαράδεκτο στην εν γένει παράστασή του στη δίκη εάν ο δικηγόρος του δεν πληρώσει τα οφειλόμενα στον Δ.Σ.Α. Αρα ο εντολέας αντί να πιέζεται να πληρώσει στον δικηγόρο τα παραπάνω ποσά, γίνεται σύμμαχος του κράτους στην προσπάθειά του να υποχρεώσει τον δικηγόρο, είτε πληρώθηκε είτε όχι, να καταβάλει τις εισφορές.

2) Οι εισφορές αυτές δεν υπολογίζονται πλέον ενιαία σε ποσοστά για κάθε ταμείο, όπως ίσχυε μέχρι σήμερα και όπως προβλεπόταν στο αρχικό σχέδιο νόμου (το άρθρο 60 παρ. 2 του νομοσχεδίου προέβλεπε ότι «Οι ως άνω εισφορές καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, μέχρι τη θέσπιση του οποίου ισχύουν οι παρούσες», σύμφωνα με το άρθρο 165 παρ. 3, που προέβλεπε ειδική μεταβατική διάταξη, η οποία βεβαίως έχει εξαλειφθεί από το τελικό κείμενο νόμου το οποίο έχει τροποποιήσει το άρθρο 60 – ήδη άρθρο 61).

Τα πάγια αυτά ποσά, όπως αναφέρονται στο Παράρτημα 3 του νομοσχεδίου, το οποίο επίσης δεν υφίστατο μαζί με αυτό που είχε αποσταλεί από την παράταξη, υπερβαίνουν κατά περιπτώσεις το ποσοστό 12% που ίσχυε για όλων των ειδών τις παραστάσεις στα δικαστήρια και σε πολλές περιπτώσεις φτάνουν το 17% ή και περισσότερο, αντί του 12% που ίσχυε μέχρι σήμερα και, συνεπώς, εμμέσως αλλά σαφώς υπάρχει μία σημαντική αύξηση στα ποσά των εισφορών αυτών.

3) Όπως αναφέρθηκε ήδη, τα ποσά αυτά δεν παριστούν ελάχιστες αμοιβές ούτε αποτυπώνουν με οποιονδήποτε τρόπο την υποχρέωση του εντολέα απέναντι στο δικηγόρο. Στην καλύτερη περίπτωση συμψηφίζονται στα ελάχιστα όρια αμοιβών, όπως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 63 του νόμου (άρθρο 62 σχεδίου).

Επισημαίνω για άλλη μια φορά την έλλειψη ανάλογων αμοιβών σε ποινικές διαδικασίες και την όποια εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας μόνο σε δίκες αποτιμητές σε χρήμα, ως ποσοστό επί του επιδίκου αντικειμένου.

4) Παρά το γεγονός ότι ο Κώδικας Δικηγόρων δεν κάνει καμία προσπάθεια για να αναπροσαρμόσει προς τα πάνω τις δικηγορικές αμοιβές ή, έστω, για να καθιερώσει ως ελάχιστες αυτές τις οποίες ερμηνευτικά και μόνο καθιερώνει, εν τέλει αναπροσαρμόζει προς τα πάνω, αρκετά σημαντικά σε ορισμένες περιπτώσεις, τα γραμμάτια προείσπραξης, προκειμένου να αυξάνονται τα ποσοστά και οι πάγιες εισφορές των εισπράξεών του από αυτά. Αξίζει τον κόπο μια λεπτομερής αντιπαραβολή ενός προς ένα των ποσών των αμοιβών, που δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια του παρόντος σημειώματος, παρά μόνο ενδεικτικά να αναφερθούν :

●    Γραμμάτιο ενάγοντος για μισθωτικές διαφορές στο Πρωτοδικείο, μισθώματος 600 ευρώ, συνολικά 513 ευρώ

.●    Εκούσια δικαιοδοσία στο Ειρηνοδικείο (βλ. υπερχρεωμένα νοικοκυριά κτλ), γραμμάτιο ενάγοντος 323 ευρώ, όσο ακριβώς και στο Πρωτοδικείο

●    Επίσης, πρόβλεψη αγωγής, αίτησης και παράστασης για διάταξη, δηλαδή για προσωρινή διαταγή στην εκουσία, 300 ευρώ.

5) Δεν εξαιρείται καμία από τις δευτερεύουσες διαδικασίες οι οποίες είχαν θεσπιστεί από το 1954 και μετά ως πράξεις για τις οποίες προβλέπεται υποχρεωτικά η έκδοση γραμματίου από τη σημερινή υποχρέωση, παρά την ασημαντότητά τους.

6) Η μεγάλη αλλαγή όσον αφορά τα γραμμάτια προείσπραξης είναι η υποχρέωση έκδοσής τους σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Η μεταβολή αυτή :

α. Συνολικοποιεί το μέτρο των προεισπράξεων, επεκτείνοντάς το και στις αγωγές οι οποίες για διάφορους λόγους δεν φτάνουν στο ακροατήριο.

β. Οδηγεί τους δικηγόρους σε μία καθημερινή οικονομική αφαίμαξη η οποία είναι βέβαιο ότι θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα, με δεδομένη και την έλλειψη ρευστότητας που υπάρχει και ρήγματα στη σχέση τους με τον εντολέα.

γ. Ελαχιστοποιεί τις δυνατότητες χειρισμού και ευελιξίας στις διάφορες υποθέσεις, αφού βαραίνει την άσκηση κάθε αγωγής και ενδίκου μέσου με χρηματικά ποσά και ταλαιπωρία.

δ. Δεν λειτουργεί υπέρ του δικηγόρου και σε βάρος του εντολέα, όπως θα ήταν εύλογο εν τέλει να αποβαίνει, αλλά λειτουργεί μόνο σε βάρος του δικηγόρου και υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου.

ε. Αυξάνει το ποσοστό της φορολογητέας αμοιβής των δικηγόρων και τα έξοδα, με αποτέλεσμα τη συνολική εκτόξευση του κόστους πρόσβασης στην έννομη και δικαστική προστασία.

στ. Ελαχιστοποιεί τα περιθώρια «κέρδους» της δικηγορικής αμοιβής. Σήμερα για να μπεί στην τσέπη ενός δικηγόρου ποσό μικτού κέρδους 100 €, πρέπει να εισπραχθούν τουλάχιστον 191 € (23% ΦΠΑ + 51,15% φόρος εισοδήματος και προκαταβολή επομένου έτους + 12 – 17% εισφορές). Δουλεύουμε για την τρόϊκα.

ζ. Πλήττει ιδιαίτερα τους δικηγόρους που αναλαμβάνουν υποθέσεις με ποσοστά, στους οποίους εξακολουθεί ο Κώδικας να απαγορεύει η λήψη οποιουδήποτε ποσού ακόμη και για έξοδα, αφού τους υποχρεώνει με το «καλημέρα», δηλαδή με την κατάθεση της αγωγής, να βάζουν το χέρι στην τσέπη.

η. Τέλος, πολλαπλασιάζει την καθημερινή ταλαιπωρία των δικηγόρων αφού τους καταδικάζει, εκτός από τις συνήθεις ουρές για την κατάθεση των αγωγών, εφέσεων κτλ., σε μία πρόσθετη ουρά για την έκδοση της προείσπραξης, πράγμα το οποίο κατά την εκτίμησή μου και όπως ήδη αποδεικνύεται οδηγεί σε δεκαπλασιασμό τουλάχιστον των εκδιδομένων καθημερινά γραμματίων με ιδιαίτερη επιβάρυνση στα Ειρηνοδικεία, τα οποία με το Ν. 4055/2012 έχουν ουσιαστικά καταστεί περιφερειακά Πρωτοδικεία, αναλαμβάνοντας μεγάλο μέρος της καθ’ ύλην αρμοδιότητας των Πρωτοδικείων και επιβαρύνοντας έμμεσα     με ταλαιπωρία και αναμονή αυτούς που πλησιάζουν τα γκισέ του Δ.Σ.Α. ακόμη και για να αγοράσουν ένσημα παραστάσεων.

Υπό τις σημερινές συνθήκες, η μαχόμενη δικηγορία, τουλάχιστον στην Αθήνα, γίνεται κόλαση, χωρίς καμμία πρόβλεψη ακόμα και για τα στοιχειώδη εργανωτικά.

Είναι προφανές ότι όλα αυτά λειτουργούν :

α. Υπέρ των διαφόρων ιδιωτών που πουλούν παραστάσεις με προσαύξηση, όπου θα προσφεύγουν οι ενδιαφερόμενοι προς αποφυγή ταλαιπωρίας.

β. Υπέρ των δικηγόρων που διαθέτουν υπαλληλικό δυναμικό, προορισμένο για να διεκπεραιώνει τις σχετικές εργασίες (ασκούμενους, νέους δικηγόρους κτλ.).

γ. Σε βάρος των αυτοαπασχολούμενων μαχόμενων δικηγόρων, οι οποίοι θα χάνουν μία ολόκληρη μέρα για μία διαδικαστική πράξη στα δικαστήρια.

δ. Σε βάρος των μεγάλων τουλάχιστον Δικηγορικών Συλλόγων, οι οποίοι εκ των πραγμάτων είναι αναγκασμένοι, αν δεν πιστέψουμε ότι μεθοδεύτηκε και επί τούτου η ρύθμιση αυτή, να προσλάβουν προσωπικό τουλάχιστον πολλαπλάσιο του υπάρχοντος για να μπορεί να διεκπεραιώνει χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση τον καθημερινό όγκο της έκδοσης γραμματίων προείσπραξης, πράγμα το οποίο σημαίνει πάγια επιβάρυνση των λειτουργικών δαπανών των Δικηγορικών Συλλόγων με έξοδα μισθοδοσίας και εισφορών υπαλλήλων, δημιουργία υποδομών συστημάτων μηχανοργάνωσης κτλ. και βεβαίως όλα αυτά σημαίνουν προσλήψεις, συμβάσεις, ρουσφέτια, πράγματα όχι ιδιαίτερα ευκαταφρόνητα σε προεκλογική περίοδο.

Όλα αυτά θα εξασφαλίζουν μεγαλύτερα ποσά Φ.Π.Α. και παρακρατουμένων  φόρων για το Δημόσιο, συντομότερη παρακράτηση φόρων και εισφορών για το Δημόσιο και τους Δικηγορικούς Συλλόγους αντίστοιχα και φυσικά εκτοξεύουν άλλη μία φορά το κόστος και την ταλαιπωρία της μαχόμενης δικηγορίας σε ύψη αδύνατα να τα υπερβούν οι μαχόμενοι και αυτοαπασχολούμενοι δικηγόροι, καθώς επίσης και στη συμπίεση των αμοιβών των εμμίσθων συνεργατών δικηγόρων και ασκουμένων, καθώς η εισοδηματική κατάσταση των δικηγόρων και η πλήρης έλλειψη ρευστότητας στην αγορά και η οικονομική κρίση ήδη συμπιέζουν σε επίπεδα κόστους τις αμοιβές και κατ’ επέκταση και τους μισθούς.

Γενικότερα, κάθε φορά που λέμε «κάθε πέρσι και καλύτερα» φαίνεται ότι αδυνατούμε να κατανοήσουμε το πόσο χειρότερα θα είναι η κάθε επόμενη χρονιά.

Και αν κανένας σκεφτεί ότι το νομοσχέδιο αυτό συντάχθηκε από τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους του Δ.Σ.Α….


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου