Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Δίκες Δοσιλόγων

Oι δίκες των δοσιλόγων αποτελούν ένα από εκείνα τα κομμάτια της ελληνικής ιστορίας, τα τόσο στενά συνδεδεμένα με τα Δεκεμβριανά και τον μετέπειτα Ελληνικό Εμφύλιο, που σαν ανοικτή ακόμα πληγή αποφεύγονται οι συζητήσεις γύρω από τα γεγονότα  που την συνοδεύουν.

Πριν, ωστόσο, μιλήσουμε για όλα αυτά που σπάνια λέγονται, χρήσιμο είναι να θέσουμε το γενικότερο ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Έτσι λοιπόν, κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα (Απρίλιος 1941- Οκτώβριος 1944) υπήρχαν τρείς κυβερνήσεις.  Κατ’αρχάς, ο Βασιλιάς Γεώργιος Β’ και η Κυβέρνηση του εγκατέλειψαν την χώρα ήδη από τον Απρίλιο, κατέφυγαν αρχικά στην Κρήτη και στη συνέχεια φυγαδεύθηκαν στην Αίγυπτο, όπου και παρέμειναν μέχρι την απόσυρση των γερμανκών στρατευμάτων από την Ελλάδα. Η Κυβέρνηση αυτή αποτελούσε την διεθνώς αναγνωρισμένη ελληνική κυβέρνηση και εξακολουθούσε να δρά από το Κάιρο της Αιγύπτου, εξ’ου και η ονομασία της «Κυβέρνηση του Καίρου». Η επιρροή αυτής της Κυβέρνησης ήταν καταφανώς ελάχιστη,  την ίδια στιγμή που το ισχυρό αντιστασιακό κίνημα που αναπτύχθηκε από το ΕΑΜ και ΕΛΑΣ στο εσωτερικό της χώρας οδήγησε στη δημιουργία μίας de facto Κυβέρνησης, έπειτα από εκλογές, τη λεγόμενη Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, γνωστή και ως «Κυβέρνηση του Βουνού». Η τρίτη Κυβέρνηση ήταν εκείνη του Ι. Ράλλη με τα περίφημα Τάγματα Ασφαλείας, την οποία είχαν διορίσει οι κατοχικές γερμανικές δυνάμεις.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών και την απελευθέρωση, σχηματίστηκε η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου, στην οποία συμμτείχαν και έξι μέλη της Αριστεράς, τα οποία και ανέλαβαν υπουργεία. Η Κυβέρνηση αυτή αντικατέστησε την κατοχική Κυβέρνηση Ι. Ράλλη, την εξόριστη Κυβέρνηση Παπανδρέου/ Κυβέρνηση του Καίρου, ενώ τον Οκτώβριο του 1944 και η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης/ Κυβέρνηση του βουνού διαλύθηκε.Στις 26 Σεπτεμβριου 1944 υπογράφηκε η συμφωνία της Καζέρτας κατά τους όρους της οποίας έπρεπε να αφοπλισθεί το ΕΛΑΣ και οι λοιπές αντιστασιακές ομάδες με σκοπό την δημιουργία εθνικού στρατού, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι πρώτες εντάσεις που οδήγησαν στα μετέπειτα Δεκεμβριανά.
Σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, όπου μετά την ακολούθησαν μαζικές εκτελέσεις όσων συνεργάστηκαν με τις κατοχικές δυνάμεις, ο ΕΛΑΣ έδωσε εντολή να μην υπάρξουν βίαια έκτροπα. Ακολούθησαν αντιθέτως δίκες τριών δωσίλογων πρωθυπουργών, των Κ. Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλου και Ράλλη και οκτώ υπουργών τους. Ο όρος δοσίλογος και «εθνική Αναξιότης» εμφανίστηκε τότε για πρώτη φορά στην πολιτική ορολογία και αναφέρεται στη συμπεριφορά του πολίτη εκείνου που στρέφεται εναντίον της πατρίδας του. Η εθνική αναξιότητα αποτέλεσε ιδιότυπο αδίκημα , το προσδιορίσθηκε με Συντακτική Πράξη του 1945 και προέβλεπε ποινικές κυρώσεις.

Η αλήθεια είναι πως οι δοσίλογοι που τιμωρήθηκαν στην Ελλάδα είναι οι λιγότεροι συγκριτικά με κάθε άλλη χώρα, οσοι τιμωρήθηκαν όχι απλά τιμωρήθηκαν ελαφρώς, αλλά πολλοί κατάφεραν ακόμα να ενσωματωθούν στον κρατικό μηχανισμό. Από τους δοσιλόγους μόλις 6 εκτελέστηκαν, εκ των οποίων ο υποστράτηγος Μπάκος που διετέλεσε Υπουργός Άμυνας επί κυβερνήσεως Τσολάκογλου και Λογοθετόπουλουκαι ο οποίος εκτελέσθηκε χωρίς δική το 1943 από τον ΕΛ.ΑΣ, καθώς και ο Γ. Περουνάκης, αξιωματικός αστυνομικός, Υπουργός Επισιτισμού. Εκ των Πρωθυπουργός καταδικάστηκε σε θάνατο μόνο ο Τσολάκογλου για εθνική αναξιότητα λόγω συνθηκολόγησης με τον εχθρό. Χαρακτηριστική είναι η υπογραφή του τρίτου Πρωτοκόλλου στην Θεσσαλονίκη με τους Γερμανούς. Τελίκά η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια δεσμά λόγω των «πολλαπλών υπηρεσιών του στη χώρα ως στρατιωτικός». Ο Ράλλης από την άλλη καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά και πέθανε μετά από ένα χρόνο, ενώ ο Λογοθετόπουλος παρέμεινε στην φυλακή μόλις για δύο χρόνια. Επιπλέον, ελάχιστες ποινές φυλάκησης υπεβλήθησαν σε ορισμένους αξιωματικούς, αξίζει όμως να σημειωθούν δύο ονόματα. Ο Ν. Λουβάρης καθηγητής πανεπιστημίου και Υπουργός Παιδείας επί κατοχικής Κυβέρνησης Ι. Ράλλη αποφυλακίσθηκε το 1951 και το 1959 ανακηρύχθηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Επίσης, ο Σ. Γκοτζαμάνης, Υπουργός Οικονομικών επί Κυβερνήσεων Τσολάκογλου, καταδικάσθηκε ερήμην σε θάνατο από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων και παρόλ’αυτά το 1954 υπήρξε υποψήφιος δήμαρχος Θεσσαλονίκης.

Όσον αφορά τη διαδικασία των Ειδικών Δικαστηρίων, αυτή δεν άργησε να εξελιχθεί σε παρωδία ήδη από την δεύτερη μέρα με τους κατηγορούμενους να γίνονται κατήγοροι και να ακολουθούν μία υπερασπιστική γραμμή Εθνικής Αντίστασης απέναντι στον κοινό εχθρό του Ελληνικού Έθνους που δεν ήταν άλλος από τον κομμουνισμό. Στο μεταξύ τα ερωτήματα των δικαστών ήταν αυτονόητα και χωρίς ουσία, αποφέυγονται ερωτήσεις αναφορικά με τα τάγματα Ασφαλείας και διεξάγονταν εξαιρετικά μετριοπαθείς ανακρίσεις. Ο Ι. Ράλλης μάλιστα δεν δίστασε να βρίσει το Δικαστήριο, λέγοντας πως τα Τάγματα Ασφαλείας που δημιούργησε ο ίδιος έσωσαν την Ελλάδα από τον αντιστασιακό μέτωπο, τον πραγματικό εχθρό του Έθνους. Η υπερασπιστική γραμμή που ακολουθήθηκε έλαβε γρήγορα την μορφή Πολέμου έναντι στον κομμουνισμό μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα «λευκής τρομοκρατίας» που άρχισε να καλλιέργειται και πού σύντομα οδήγησε στον Εμφύλιο του 1946-1949. Με τον όρο λευκή τρομοκρατία γίνεται αναφορά σε πράξεις βίας κατά κομμουνιστών και συγκεκριμένα στην Ελλάδα σε πράξεις βία που ξέσπασαν κυρίως μετά την συμφωνία της Βάρκιζας κατά οποιουδήποτε ήταν φιλικά προσκείμενος στο ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Μέσα στον γενικότερο αντικομμουνιστικό πνέυμα κινήθηκε και το Γ’ Ψήφισμα, καθώς και οι αντικομμουνιστικοί νόμοι. Θα μπορούσε να ειπωθεί πωγς σταδιακά εγκαθιδρύθηκε ένα αντικομμουνιστικό καθεστώς εκτάκτου ανάγκης.


Το κλίμα που επικράτησε προσομοιάζει στην γνωστή και σήμερα λογική και θεωρία των δύο άκρων, στην ταύτιση επι της ουσίας φασισμού και κομμουνισμού σε μία προσπάθεια του φιλελεύθερου δημοκρατικού συστήματος σε περιόδους κρίσης να συσπειρώσει τον λαό στο κέντρο, σε έναν δημοκρατικό πυρήνα που θα προσφέρει σταθερότητα και θα διατηρήσει τις ισορροπίες. 

Η μορφή του σύγχρονου κράτους

Είναι γεγονός πως στη σύγχρονη περίοδο ,και ιδίως τα τελευταία οκτώ χρόνια παρατηρείται μια απαξίωση του πολιτικού συστήματος, που  καταγράφεται ως  διαρκής δυσπιστία και αρνητική διάθεση εκ μέρους των λαών  προς αυτό.
                              
Προκειμένου, να αναδειχθεί η βασική αιτία αυτής της αμφισβήτησης, κρίνεται αναγκαία η ανάλυση της μορφής του σύγχρονου κράτους μέσω μιας περιοδολόγησης των κρατών που έχει γνωρίσει το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής ,από την εποχή της διαμόρφωσης έως την ωρίμανσή του. Ωστόσο, για να καταστεί συνεπής η περιοδολόγηση, είναι απαραίτητο πρώτα να αναδειχθεί η πηγή, η γενεσιουργός αιτία από όπου αναβλύζει κάθε κράτος και πολιτική εξουσία.

Ασφαλέστερο εργαλείο για την ανάλυση του γνωστικού αντικειμένου του ‘’Κράτους’’ και για την περιοδολόγησή του στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής, είναι η υλιστική αντίληψη της ιστορίας και η διαλεκτική, και όχι μια ιδεαλιστική προσέγγιση, η οποία αναγάγοντας τη θεωρία στο μυστικισμό, δε δύναται να ερμηνεύσει την κινητήρια δύναμη της ιστορίας των κοινωνιών, απολήγοντας συχνά σε ανεδαφικά συμπεράσματα.

«Αυτή λοιπόν η αντίληψη της ιστορίας (σ.σ. η ‘’υλιστική’’ ή αλλιώς ο ιστορικός υλισμός) εξαρτιέται από την ικανότητά μας να εκθέτουμε την πραγματική διαδικασία της παραγωγής, ξεκινώντας από την υλική παραγωγή της άμεσης ζωής (σ.σ. παραγωγικές δυνάμεις),και να καταλαβαίνουμε τη μορφή επικοινωνίας (σ.σ. τις ‘’παραγωγικές σχέσεις’’),που συνδέεται με αυτή και δημιουργείται από αυτόν τον τρόπο παραγωγής (δηλαδή την ιδιωτική κοινωνία στα διάφορα στάδιά της),σα βάση όλης της ιστορίας, και να τη δείξουμε στη δράση της σαν κράτος,να εξηγήσουμε μέσω αυτής όλα τα διαφορετικά θεωρητικά προϊόντα και μορφές συνείδησης, και να παρακολουθήσουμε τη γέννησή τους και την ανάπτυξή τους απ’ αυτήν τη βάση, πράγμα ασφαλώς που θα μας επιτρέψει να παρουσιάσουμε το θέμα στην ολότητά του(και επομένως την αμοιβαία επίσης δράση αυτών των διαφόρων πλευρών ανάμεσά τους)»[1].Με λίγα λόγια, η θέση αυτή βασίζεται στο ότι «ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει γενικά την κοινωνική πολιτική και πνευματική διαδικασία της ζωής, ότι όλες οι κοινωνικές και κρατικές σχέσεις μπορούν να κατανοηθούν, μόνο αν κατανοηθούν οι υλικοί όροι ζωής της αντίστοιχης εποχής».[2]

Έτσι λοιπόν, το κράτος, όπως τεκμηριώνει η ύπαρξη προταξικών κοινωνιών ,δεν υπάρχει από καταβολής κόσμου, ούτε είναι «μια δύναμη που επιβλήθηκε στην κοινωνία απέξω. Το κράτος δεν είναι επίσης η «πραγματοποίηση της ηθικής ιδέας», η «η εικόνα και η πραγματοποίηση του ορθού λόγου», όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ. Το κράτος είναι προϊόν της κοινωνίας σε ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης. Είναι η ομολογία ότι η κοινωνία αυτή μπερδεύτηκε σε μια αξεδιάλυτη αντίφαση με τον ίδιο τον εαυτό της, ότι διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις που είναι ανήμπορη να παραμερίσει. Και για να μη φθαρούν αυτές οι αντιθέσεις, έγινε αναγκαία μια δύναμη που φαινομενικά στέκεται πάνω από την κοινωνία, για να μετριάζει τη σύγκρουση, να την κρατάει μέσα στα όρια της ‘’τάξης’’ .Και η δύναμη αυτή που βγήκε από την κοινωνία, αλλά που τοποθετήθηκε πάνω απ’αυτήν, που όλο και περισσότερο αποξενώνοταν από αυτήν, είναι το κράτος»[3].Τούτων δοθέντων, οδηγούμαστε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι «επειδή το κράτος γεννήθηκε από την ανάγκη χαλιναγώγησης των ταξικών αντιθέσεων και επειδή ταυτόχρονα γεννήθηκε μέσα στη σύγκρουση των τάξεων αυτών, είναι κατά γενικό κανόνα κράτος της πιο ισχυρής, οικονομικά κυρίαρχης τάξης, που με τη βοήθεια του κράτους γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη τάξη, και αποκτά έτσι νέα μέσα μέσα για την καθυπόταξη και την εκμετάλλευση της καταπιεζόμενης τάξης. Δεν ήταν μόνο το αρχαίο και το φεουδαρχικό κράτος όργανα εκμετάλλευσης των δούλων και των δουλοπάροικων, αλλά και το σημερινό ‘’αντιπροσωπευτικό’’ κράτος είναι όργανο εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο».[4]

Εφόσον αποσαφηνίστηκε ,ότι  η πολιτική εξουσία( και η κρατική της μορφή)  δεν είναι  τελικά ,παρά η συμπυκνωμένη έκφραση της οικονομίας, όπως τόνιζε ο Λένιν , με τη σειρά της μπορεί να επενεργήσει σε δύο κατευθύνσεις. « Είτε επενεργεί με την έννοια και στην κατεύθυνση των νομοτελειακών οικονομικών εξελίξεων .Σ’αυτήν την περίπτωση, δεν υπάρχει διαμάχη μεταξύ τους και η οικονομική εξέλιξη επιταχύνεται. Είτε επενεργεί αντίθετα στη νομοτελειακή οικονομική εξέλιξη και τότε, υποκύπτει σ’αυτή με λίγες μόνο εξαιρέσεις.»[5]Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη,ότι  το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής αποτελεί μια ενότητα δομών-σχέσεων που εξελίσσονται μέσα στο χρόνο και μετασχηματίζονται ποιοτικά η σταδιακή αυτή αλλαγή  επιδρά διά της αντανακλάσεως και στη μορφή του κράτους, που οφείλει να προσαρμοστεί(με βάση την πρώτη κατεύθυνση) στους ποιοτικά αναβαθμισμένους υλικούς όρους παραγωγής.

Αρχικά ,κατά το πρώτο στάδιο της διαμόρφωσης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος παραγωγής(μέσα 18ου αι. –μέσα 19ου αι.),στη βάση του ελεύθερου ανταγωνισμού, υψώνεται ένα  φιλελεύθερο κράτος με αμελητέα έως ανύπαρκτη παρέμβαση στην αγορά. Σε διεθνές επίπεδο, κυριαρχεί το εμπορευματικό κεφάλαιο ενώ υπάρχει σύζευξη παλαιών(φεουδαρχικών) και νέων μορφών αποικιοκρατίας. Ακολούθως, κατά το δεύτερο στάδιο (του Ιμπεριαλισμού) υπάρχει διάκριση μεταξύ δύο περιόδων :α) Από τα τέλη του 19ου αι. έως το 1929 επικρατεί ο ιδιωτικομονοπωλιακός καπιταλισμός ,όπου το κράτος εξακολουθεί να είναι αμέτοχο και καθορίζει νομοθετικά μόνο το πλαίσιο της παραγωγής. β)Από το 1929 έως το 1970  κυριαρχεί ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός, όπου το κράτος παρεμβαίνει άμεσα στην αγορά είτε μέσω του ‘’κορπορατισμού’’ είτε μέσω του κεϋνσιανισμού (Δημοσιονομική πολιτική ενεργού ζήτησης, κρατικές επιχειρήσεις ‘’Κοινής Ωφέλειας’’ κ .ο.κ.).Σχετικά με το διεθνές σύστημα,οι αποικιοκρατίες αυξάνονται κάτω από τα δεσμά πλέον του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Τέλος, από το 1970 έως σήμερα, κατά την ανάδυση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού ,ανακύπτει η σύγχρονη μορφή του κράτους, η οποία θα αναλυθεί ενδελεχώς σε σύγκριση με τις προηγούμενες.

Κατά την περίοδο αυτή λοιπόν(1970),όπου σηματοδοτείται από την έλευση της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης(ηλεκτρονικής-πληροφορικής)και τριτογενοποίησης της παραγωγής(κυριαρχικός ρόλος υπηρεσιών) παρατηρείται μια δομική ύφεση και πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους των καπιταλιστών[6],η οποία εκδηλώνεται με την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.Δεδομένων των συνθηκών, είναι επίσης έκδηλη η μεταστροφή-μετατόπιση του κράτους και αυστηρή προσαρμογή του σε αυτές. Ως εκ τούτου,το κράτος ως μηχανισμός της κυρίαρχης τάξης, συντρέχει ως αρωγός στην αντιστάθμιση των δυσμενών συνεπειών της κρίσης ,λαμβάνοντας  ορισμένα χαρακτηριστικά, ορόσημα για την κατανόηση της  ποιοτικά βελτιωμένης ουσίας  του.

Πρώτον, εντοπίζεται ο εξοβελισμός του κράτους πρόνοιας, και η μεταλλαγή του σε κράτος στρατηγείο-επιτελείο της ανάπτυξης,μια μορφή που συνίσταται στη σταδιακή απόσυρσή του για την απελευθέρωση των αγορών. Η κρατούσα αυτή νεοφιλελεύθερη αντίληψη, ως αναπόδραστη προσαρμογή του κράτους στις νέες υποχρεώσεις του, διακρίνεται από τα εξής στοιχεία: α)αναδιάρθρωση ασφαλιστικού συστήματος. Οι κοινωνικές δαπάνες μειώνονται,ενώ αυξάνονται οι εισφορές για την κάλυψη ενός δημοσίου χρέους(στην ουσία χρέους των τραπεζιτών, εφοπλιστών, βιομηχάνων).Η καταβολή συντάξεων από κοινωνική υποχρέωση έχει την τάση να καθίσταται υποχρέωση του εργαζομένου στον εαυτό του.β) Επιχειρηματική σύμπραξη Δημοσίου-Ιδιωτικού τομέα (χρηματοδότηση ερευνών, παροχή υποδομών, διενέργεια διαγωνισμών κ.ο.κ.) και Ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων επιχειρήσεων, αφού εξυγιανθούν από το κράτος, με στόχο την κάλυψη των δημοσίων χρεών, παραχωρώντας παράλληλα έναντι πινακίου φακής στους κεφαλαιοκράτες ,στρατηγικής σημασίας τομείς(ΟΛΠ, Fraport). γ)Φορολογικές ελαφρύνσεις και νέα κίνητρα για επενδύσεις-Φορολογικοί παράδεισοι για το κεφάλαιο (Στα Panama Papers, αναφέρεται η Ελβετία ως το μεγαλύτερο φορολογικό καταφύγιο παγκοσμίως, συγκεντρώνοντας το 25% της δραστηρίοτητας αυτής, ενώ ακολουθεί στην όγδοη θέση η Γερμανία, η οποία σύμφωνα με την έρευνα του ΤJN ξεπλένει ετησίως 29-57 δις ευρώ .Παλαιότερα μάλιστα, τα LuxLeaks είχαν ως επίκεντρο τον φορολογικό παράδεισο του Λουξεμβούργου. δ)Λειτουργία του κράτους ως ‘’συλλογικού κεφαλαιοκράτη’’ που είναι απαραίτητος για να διασώζει το σύστημα σε περιόδους κρίσης(κρατικές ενέσεις σε συστημικές τράπεζες, φορολεηλασία κ.ο.κ).

Παράλληλα, η επιτακτική ανάγκη καταπολέμησης της κρίσης, έχει ως αποτέλεσμα την κατοχύρωση του κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού, όχι ως  μιας κατάστασης εξαίρεσης, αλλά ως μιας νέας κανονικότητας. Ποιά μορφή άλλωστε θα μπορούσε να λάβει η πιο επαίσχυντη και πρόδηλη επίθεση του κεφαλαίου για την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων(περικοπές μισθών, ελαστικές μορφές απασχόλησης, κατάργηση συλλογικών συμβάσεων εργασίας)σε επίπεδο πολιτικής εξουσίας; Ο κοινοβουλευτικός ολοκληρωτισμός λοιπόν  προβάλλεται ως καθοριστική πολιτική κατεύθυνση, και σταχυολογείται ως εξής: α) Ως εκπλήρωση του δόγματος Ασφάλεια-Άμυνα με το κρατικό μονοπώλιο της βίας .Ειδικότερα, προς χάριν της οικονομικής σταθερότητας και κοινωνικής συνοχής, η καταστολή καθαγιάζεται με απώτερο σκοπό να κατευνάσει(και να καταδικάσει) τις όποιες κοινωνικές αντιδράσεις αρνούνται να στέρξουν στις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις. β)Ενεργοποίηση κράτους έκτακτης ανάγκης(άμεσος συσχετισμός με το α),βλ. Γαλλία-Βέλγιο).Κατά την περίπτωση αυτή, το ‘’βαθύ κράτος’’ (στρατός, αστυνομία) αντλεί υπερεξουσίες από το Σύνταγμα,και περιορίζει τα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών, υποδεικνύοντας  ταυτόχρονα τον επίπλαστο και παροδικό χαρακτήρα τους .γ)Αποδόμηση ουδέτερων-μεταρρυθμιστικών πολιτικών δυνάμεων(κοινωνικός φιλελευθερισμός) και σχηματισμός πολιτικών συμμαχιών για την εξυπηρέτηση των στρατηγικών σχεδίων της αστικής τάξης. Οι συσχετισμοί δυνάμεων στεγανοποιούνται, και καθώς τα περισσότερα κόμματα που απαρτίζουν το κοινοβούλιο είναι ουσιωδώς  πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου, σχηματίζεται μια διάσταση μεταξύ αυτών και των πλειοψηφικών στρωμάτων της κοινωνίας, καθώς καμία ρύθμιση δεν αποβαίνει ωφέλιμη για τα τελευταία. Έτσι, η οικονομική κρίση με τις αντιφάσεις της, υποκινεί την πολιτική κρίση με κυριότερη αντίφαση, την απώθηση των αστικών κομμάτων από τη βάση τους, τη λαϊκή βούληση, με επακόλουθο τον κατακερματισμό του ‘’Κοινωνικού Συμβολαίου’’.

Επιπλέον, ένα στοιχειώδες γνώρισμα της πολιτικής συγκυρίας ως απαύγασμα της οικονομικής, είναι ο σχηματισμός υπερεθνικών ολοκληρώσεων(G-7,Π.Ο.Ε.,Ε.Ε.NAFTA,ΤΤΙP,Δ.Ν.Τ.,Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΟΣΑ κτλ.) ως τάση εξαρτώμενη από τη διεθνοποίηση-παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου(κυριαρχία πολυεθνικών-πολυκλαδικών μονοπωλίων) με φρενήρεις ρυθμούς. Τρεις βασικές εκτιμήσεις χρήζουν αναφοράς για αυτήν την τάση  :α)Η διεθνοποίηση φαίνεται πως υπερβαίνει το έθνος-κράτος, ωστόσο κρίνεται αναγκαίο να ιδωθεί από σκοπιά διαλεκτικής αντίφασης, ως μια ενότητα αδιάρρηκτη και αντιφατική, που αλληλοπροϋποτίθεται και αλληλοαποκλείεται. Επομένως η συνεχής διεθνοποίηση του κεφαλαίου δεν αποκλείει τον ανταγωνισμό μεταξύ και διαφορετικών ιμπεριαλιστικών κέντρων(Η.Π.Α,Ε.Ε.,Ρωσία-Κίνα) αλλά και μεταξύ των εθνών κρατών ενός διακρατικού οργανισμού(Ε.Ε). Κατ’ουσίαν , πρόκειται για μια συμμαχία που εδράζεται σε εντατικότερη και εκτατικότερη εκμετάλλευση των εργαζόμενων στρωμάτων(διάσταση ενοποίησης),αλλά που διατηρεί τον ανταγωνισμό και την ανισομετρία μεταξύ των εθνών-κρατών, σύμφωνα με τις επιταγές του καπιταλιστικού συστήματος .β) Ωστόσο, ο πόλεμος δεν είναι μόνο εσωτερικός, ,αλλά και διακρατικός-εξωτερικός, μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, οι οποίες κονιορτοποιούν λαούς και χώρες  για την ανάκτηση σφαιρών επιρροής και την επαναχάραξη των συνόρων.

γ)Αξίζει να σημειωθεί, πως ο σχηματισμός ολοκληρώσεων δεν αφήνει αμετάβλητη τη λήψη αποφάσεων ,η οποία  αποσπάται από τα έθνη-κράτη και συγκεντρώνεται σε τεχνοκρατικά κλιμάκια (Δ.Ν.Τ.)και σε ομάδες πίεσης συμφερόντων των οργανισμών(Ε.Ε),υποβαθμίζοντας  το ρόλο του κοινοβουλίου. Μάλιστα, η παρέμβαση εξωκρατικών κέντρων εξουσίας που αποσκοπούν στην άσκηση πολιτικής όχι έμμεσα, μέσω των πολιτικών εκπροσώπων/υποζυγίων  του κεφαλαίου, αλλά άμεσα, είναι ενδεικτική στην πρόσφατη έκθεση της μεγαλύτερης τράπεζας των Η.Π.Α Jp Morgan. Συνοπτικά, στην έκθεση εκδηλώνεται  αποστροφή προς τα στοιχειώδη  πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα που περιλαμβάνονται στα Συντάγματα των χωρών του Νότου της Ευρώπης, και απαιτείται  αναθεώρηση των ‘’σοσιαλιστικών’’(όπως κατονομάζονται) τάσεων των Συνταγμάτων για να ξεπεραστεί η κρίση. Εν ολίγοις, δεν τηρούν ούτε τα προσχήματα οι πολυεθνικές![7]

Αναμφισβήτητα, η περίοδος του πιο παραγινωμένου καπιταλισμού, συνίσταται  στην επιστροφή της πολιτικής στην κοινωνικοοικονομική της βάση, με αποτέλεσμα να διαλύονται οι απατηλές ψευδαισθήσεις περί «ουδετερότητας του κράτους» και εξυπηρέτησης «διαταξικών συμφερόντων». Συγχρόνως, αποτελεί περίοδο ανάληψης ευθυνών. Απέναντι στην παροιμιώδη επίθεση της άρχουσας τάξης μέσω της πρακτικής-ιδεολογικής έκφρασης της εξουσίας της, μέσω του ταξικού χαρακτήρα του κράτους, καθίσταται  επιβεβλημένη η ανασυγκρότηση των καταπιεζόμενων κοινωνικών δυνάμεων για να τεθεί στην ημερήσια διάταξη το πιο επίκαιρο και επίδικο δίλημμα από ποτέ :

Ή σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα




[1] Γερμανική Ιδεολογία.Καρλ Μαρξ.Τόμος 1ος .Εκδ:Gutenberg.Σελ:87
[2] Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας.Καρλ Μαρξ Εκδ:Σύγχρονη Εποχή Σελ:362-363
[3] H Καταγωγή της Οικογένειας,της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους.Φρ.Ένγκελς.Εκδ:Σύγχρονη Εποχή.Σελ 210
[4] Κράτος και Επανάσταση.Β.Ι.Λένιν Εκδ :Σύγχρονη Εποχή .Σελ:19
[5] Aντι-Ντίρινγκ.Φρ.Ένγκελς.Εκδ:Σύγχρονη Εποχή Σελ:233

[7 http://www.pandiera.gr/%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CE%BD-%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3/ ‘’Οι πολυεθνικές ξαναγράφουν το Σύνταγμα’’-εφημερίδα ΠΡΙΝ

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Παρουσίαση και προσέγγιση του έργου «Η Δίκη» του Φραντς Κάφκα.

                                               «Βγήκε κάποτε ένα κλουβί και έψαχνε για πουλιά»
Το έργο

Ανήμερα των γενεθλίων του, ο Γιόζεφ Κ., τραπεζικός υπάλληλος, συλλαμβάνεται απροσδόκητα από δύο αλλόκοτους άνδρες, οι οποίοι επίμονα του αποκρύπτουν την κατηγορούσα αρχή και την φύση του εγκλήματος που του επιρρίπτεται. Έπειτα από μία προανάκριση που διεξάγεται στο δωμάτιό του, ο Κ. αφήνεται ελεύθερος, περιμένοντας να λάβει οδηγίες από την αρμόδια αρχή. Ενδιάμεσα, εκείνος αισθάνεται μετέωρος και ανησυχεί, καθώς έχει την αίσθηση πως τον θεωρούν ένοχο ακόμη κι αν δεν του έχει απαγγελθεί ακόμη καμία κατηγορία.
Αφού, λοιπόν, προειδοποιείται αόριστα για την επόμενη ανάκριση, αναζητεί την αίθουσα διεξαγωγής της σε ένα ερειπωμένο κτίριο, μέχρι να την εντοπίσει σε μια αποπνικτική και ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο σοφίτα. Τότε ο Κ. ορμώμενος από τις άθλιες συνθήκες και τα ευτελή μέσα των φερόμενων ως ανακριτών, απαγγέλει έναν λόγο προσωπικής υπεράσπισης και φεύγει νομίζοντας πως έχει πείσει το αποχαυνωμένο ακροατήριο.
Μετά την ξαφνική επίσκεψη του θείου του, που έχει πληροφορηθεί την εμπλοκή του, και αφού του εφιστά την προσοχή στην σοβαρότητα της υπόθεσης, αποφασίζει να καταφύγει στην βοήθεια του δικηγόρου που του συστήνει. Ο δικηγόρος του αποκαλύπτει το λαβύρινθο στον οποίο έχει εγκλωβιστεί παραθέτοντας τις δαιδαλώδεις γραφειοκρατικές διαδικασίες που πρέπει να διέλθει χωρίς ωστόσο να μπορεί να διασφαλίσει την απεμπλοκή του. Παράλληλα, αναζητεί και από άλλες πλευρές βοήθεια, οι οποίες περιπλέκουν περισσότερο την κατάστασή του. Έτσι, αποφασίζει να αναλάβει κατά αποκλειστικότητα ο ίδιος την περίπτωσή του, κάνοντας απέλπιδες προσπάθειες να ανακτήσει την πρότερη καθημερινότητά του. Το αποτέλεσμα είναι ολόκληρος ο κόσμος του να γίνει προέκταση της Δίκης. Γίνεται υπόλογος όλων των πράξεων του καθημερινά. Έχοντας φθάσει σε πλήρη απόγνωση, περιμένει πλέον την επικρεμάμενη ποινή-καταδίκη του.
Το βράδυ των τριακοστών πρώτων γενεθλίων του, πια, δυο άνδρες τον επισκέπτονται και τον οδηγούν σε ένα απόμερο λατομείο. Εκεί προβάλει ισχνή αντίσταση και εκτελείται με δύο μαχαιριές στην καρδιά, ενώ προλαβαίνει να ψελλίσει «Σαν το σκυλί».

Σχετικά με την ζωή του συγγραφέα

Ιδιαίτερα σημαντική για μια πληρέστερη προσέγγιση του έργου του είναι η παράθεση βασικών πληροφοριών για την ζωή του συγγραφέα και η παράλληλη ένταξη τους στο σχετικό ιστορικό πλαίσιο.
Γεννήθηκε το 1883 στην Πράγα και πέθανε το 1924 στη Βιέννη. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του εύπορου εμπόρου της γερμανόφωνης εβραϊκής μειονότητας της Πράγας, Χέρμαν Κάφκα. Εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο της Πράγας το 1901, όπου παρακολουθεί μαθήματα Χημείας, Φιλοσοφίας και Ιστορίας της Τέχνης και αναγορεύεται διδάκτωρ της Νομικής το 1906. Αρχίζει την πρακτική άσκηση στα δικαστήρια και τον επόμενο χρόνο διορίζεται σε μια ασφαλιστική εταιρία. Προς το τέλος του 1909 ταξιδεύει με τον αδερφικό του φίλο Μαξ Μπροντ στη Βόρεια Ιταλία, ενώ το 1911 και το 1912 περιοδεύουν στο Παρίσι, την Ελβετία και τη Γερμανία (αυτά έμελλε να είναι τα μόνα ταξίδια που πραγματοποίησε ο Φραντς Κάφκα, παρά το ότι λάτρευε να ταξιδεύει). Εκείνη τη χρονιά, γράφει το πρώτο μεγάλο του πεζό, την Αμερική και γνωρίζει τη Felice Bauer, με την οποία αρχίζει πυκνή αλληλογραφία, αρραβωνιάζονται στα μέσα του 1914 (αυτή είναι η χρονιά που γράφει και τη Δίκη), για να διαλυθεί ο αρραβώνας ένα μήνα μετά. Το 1917 διαλύεται και ο δεύτερος αρραβώνας με τη Felice Bauer λόγω φυματίωσης.  Από εκείνο το σημείο και μέχρι το θάνατό του γράφει τα περισσότερα από τα αριστουργήματά του. Ήδη, όμως το 1924 η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται, όταν και ζητάει επιτακτικά από το Μαξ Μπροντ να κάψει όλα του τα έργα, με τον τελευταίο να αγνοεί την εντολή.

Σχετικά με το έργο

Η γραφή του Κάφκα, ως μέσο αναγωγής του κείμενου σε ένα γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο, είναι βαθιά συμβολική και αλληγορική. Ο λόγος, όμως, για τον οποίο αυτή καθίσταται διακριτικό στοιχείο της μοναδικότητας του συγγραφέα είναι η περιγραφή που επιτυγχάνει με εξόχως ρεαλιστικό και λεπτομερειακό τρόπο των περιστατικών που εκτυλίσσονται, των χαρακτήρων με την ιδιάζουσα και πανομοιότυπη συνάμα κουλτούρα τους και των άσχημων και μυστηριακά αποκρουστικών χώρων που δρουν.
Μια πρώτη κοινωνιολογική προσέγγιση σχετική με τις κοινωνικές συνθήκες, αντιλήψεις και δομές που διαφαίνονται στο έργο του, διανοίγεται σε δύο άξονες. Ο ένας αφορά στη διερεύνηση του καφκικού εξουσιαστικού πλέγματος (με βάση το θεωρητικό ρεύμα του Φουκώ) και ο δεύτερος στην τεχνική σύλληψης της εξουσίας σε μικροσκοπικό επίπεδο (με βάση τις αναγνώσεις της καφκικής γραφής του Σλαβόι Ζίζεκ).
Στη Δίκη διαγράφεται ξεκάθαρα η κριτική του συγγραφέα στο διεφθαρμένο και βραδυκίνητο γραφειοκρατικό σύστημα, που λειτουργεί ως μοχλός άσκησης και υποταγής του ατόμου στην εξουσία. Πολλές εικόνες περιγράφονται έτσι, ώστε να αναδείξουν με παραστατικότητα την αποσπασματικότητα του ατόμου από τους μηχανισμούς αυτούς, φτάνοντας σε σημείο ακόμη και να σατιρίζουν έμμεσα τον παραλογισμό στον οποίο τον παρασύρουν. Συγκεκριμένα, ο Κ. βρίσκεται αδιάκοπα εξαρτημένος από τους κατώτερους υπαλλήλους, όπως είναι οι κλητήρες, από τα ενδιάμεσα γραφειοκρατικά στρώματα μέχρι και τους ανώτατους φορείς της εξουσίας, δικαστές και δικαστικούς υπαλλήλους. Ο ήρωας καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου εμφανίζεται να υποβάλλει αλλεπάλληλες αιτήσεις και να διέρχεται από συνεχείς επανεξετάσεις, οι οποίες όμως τον φέρνουν όλο και εγγύτερα στην οριστική καταδίκη του. Αποτυπώνεται, έτσι, αυτό που ονομάζεται θετικότητα της εξουσίας.
Οι ήρωες του έργου, συνολικά, παρουσιάζονται ως αδύναμα ανδρείκελα αντιπαραθετικά με έναν πανίσχυρο και αόρατο εξουσιαστικό μηχανισμό που τους καθορίζει εξ ολοκλήρου. Γι’ αυτό και ο κεντρικός ήρωας εμφανίζεται ολότελα απομονωμένος, να αγωνιά μάταια να αντιπαλεύσει τον ντετερμινισμό της εξουσίας. Δημιουργείται με αυτό τον τρόπο μια ατμόσφαιρα ενδεχομενικότητας και ματαιότητας της απορρόφησης από τα πρωτόκολλά της της τελευταίας, αλλά και μιας συνεχούς συνωμοσίας των σκοτεινών παραγόντων της.
Από τα παραπάνω μπορεί να συναχθεί η έστω και σχηματική αντίληψη του Κάφκα για την καθοριστική επιρροή των κυρίαρχων δομών πάνω στα υποκείμενα που δρουν εσωτερικά. Από την άλλη, η διάχυτη απαισιοδοξία και απόγνωση, σκιαγραφούν την μοναδικότητα της καφκικής σύλληψης της εξουσίας. Το κράτος είναι μια αόρατη και αήττητη σκοτεινή δύναμη που αποκρούει κάθε εκ των έσω αντιπαράθεση. Τα ζεύγη εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου, επιβολής-υποταγής και ανώτερου- κατώτερου διατρέχουν όλο το διήγημα, στο οποίο παρουσιάζεται ένα κέντρο εξουσίας, που συμβολίζεται με το δικαστήριο να διαπερνά το κοινωνικό όλο κάθετα και οριζόντια. Πρόκειται για μια αποκεντρωμένη εξουσία με μεγάλη παρεμβατικότητα και πλείστους κόμβους άρθρωσης.
Το στοιχείο αυτό, δηλαδή το πώς κεντροθετείται η εξουσία στο έργο του, συγκέντρωσε την προσοχή μεγάλων στοχαστών, όπως του Τέοντορ Αντόρνο, που έγραψε χαρακτηριστικά πως «Το πιο μεγάλο κομμάτι του έργου του είναι μία απεριόριστη αντίδραση στην εξουσία», του Βάλτερ Μπένγιαμιν, που έγραψε ότι «ανέδειξε την πτυχή της παρασιτικής εξουσίας, αυτής που ζει από αυτούς που καταπιέζει», ενώ και ο Ελίας Κανέττι επισήμανε ότι ο Κάφκα «έχει αναπαραστήσει την εξουσία από όλες της τις πλευρές».
Κεντρική θέση καταλαμβάνει η έγκληση του ήρωα ως υποκείμενο. Βρίσκεται υπόδικος χωρίς καμία προφανή αιτία. Απολογείται στους πάντες, από τις γραφειοκρατικές δομές μέχρι και σε απλούς χωρικούς και κατατρύχεται από ακατάπαυστο άγχος και ενοχή. Είναι a priori ένοχος δίχως να του απαγγελθεί καμία κατηγορία. Φτάνουμε ,έτσι, στο σημείο απορρόφησης ολόκληρης της ατομικότητας από την κρατική μηχανή.
Λίγο πριν από το τέλος, παρεμβάλλεται το διήγημα «Μπροστά στην πύλη του Νόμου». Εκεί,ένας χωρικός πλησιάζει την πύλη με την ελπίδα να μπει, ο φύλακας όμως του απαγορεύει την είσοδο δίχως να του κάνει σαφές ότι θα τον εμποδίσει έμπρακτα αν προσπαθήσει να εισέλθει. Με πολυάριθμες προσπάθειες, τεχνάσματα και δωροδοκίες, περνάνε τα χρόνια και ο γέρος και αδύναμος χωρικός, λίγο πριν πεθάνει, ρωτά το φρουρό γιατί κανείς άλλος δε ζήτησε να περάσει μέσα και αυτός αφού του απαντά ότι η πύλη προοριζόταν μόνο για τον ίδιον, την κλείνει μια για πάντα. Έχει παρατεθεί η άποψη από τον Τζ.Αγκάμπεν πως το εν λόγω διήγημα συνιστά μια μικρογραφία του βασικού αναθέματος. «…η ισχύς του Νόμου εντοπίζεται ακριβώς στην αδυναμία εισόδου στο ήδη ανοιχτό […] Ο χωρικός δε δύναται να εισέλθει γιατί οντολογικώς είναι αδύνατο να εισέλθουμε στο ανοιχτό πεδίο […] Η ανοιχτή πόρτα, η οποία προορίζεται μόνο για τον ίδιο, τον περιλαμβάνει αποκλείοντάς τον, τον αποκλείει περιλαμβάνοντάς τον. Και αυτή ακριβώς είναι η κορύφωση, η υπέρτατη πληρότητα και η πρωταρχική ρίζα κάθε νόμου».
Σε τελευταίο στάδιο, κρίνεται κρίσιμη η εξέταση κάποιων βιογραφικών στοιχείων του συγγραφέα ή «της προσωπικής του ιστορίας» κατά τον Φουκώ, ώστε να επιτευχθεί μια όσο το δυνατόν σφαιρικότερη προσέγγιση. Βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Κάφκα υπήρξαν η μοναχικότητα, σε σημείο ζωτικής ανάγκης του για συχνή απομόνωση και αυτοπεριθωριοποίηση, καθώς και ο πεσιμισμός, που καταλήγει σε υπέρτατη απόγνωση και μοιρολατρία. Τα στοιχεία αυτά μπορούν να αποδοθούν σε κάποιο βαθμό στην κοινωνική απομόνωση του ήρωα ως μέλους της εβραϊκής κοινότητας και σε μεγαλύτερο βαθμό στην προβληματική σχέση που είχε διαμορφώσει με τον πατέρα του. Ο Κάφκα φτάνει σε σημείο να εξαρτά τις κινήσεις του από το αυστηρό βλέμμα και κριτική του πατέρα του, ο οποίος συνιστά κυριαρχικό πρότυπο για την διαμόρφωσή του. Παλεύει ,συνεχώς, μάταια να αποσπάσει την προσοχή και την αναγνώριση. Μοτίβο που ανακυκλώνει σε πολλά διήγηματά του.

 Κάθε απόπειρα κριτικής ανάλυσης της Δίκης, όπως και των υπολοίπων έργων του Φ. Κάφκα, είναι εκ προοιμίου ατελής. Γι’ αυτό, εδώ και δεκαετίες σημειώνονται ετερόκλητες προσεγγίσεις, που εν τέλει επιβεβαιώνουν τον ανεξάντλητο και διαχρονικό χαρακτήρα του έργου.