Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Η μορφή του σύγχρονου κράτους

Είναι γεγονός πως στη σύγχρονη περίοδο ,και ιδίως τα τελευταία οκτώ χρόνια παρατηρείται μια απαξίωση του πολιτικού συστήματος, που  καταγράφεται ως  διαρκής δυσπιστία και αρνητική διάθεση εκ μέρους των λαών  προς αυτό.
                              
Προκειμένου, να αναδειχθεί η βασική αιτία αυτής της αμφισβήτησης, κρίνεται αναγκαία η ανάλυση της μορφής του σύγχρονου κράτους μέσω μιας περιοδολόγησης των κρατών που έχει γνωρίσει το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής ,από την εποχή της διαμόρφωσης έως την ωρίμανσή του. Ωστόσο, για να καταστεί συνεπής η περιοδολόγηση, είναι απαραίτητο πρώτα να αναδειχθεί η πηγή, η γενεσιουργός αιτία από όπου αναβλύζει κάθε κράτος και πολιτική εξουσία.

Ασφαλέστερο εργαλείο για την ανάλυση του γνωστικού αντικειμένου του ‘’Κράτους’’ και για την περιοδολόγησή του στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής, είναι η υλιστική αντίληψη της ιστορίας και η διαλεκτική, και όχι μια ιδεαλιστική προσέγγιση, η οποία αναγάγοντας τη θεωρία στο μυστικισμό, δε δύναται να ερμηνεύσει την κινητήρια δύναμη της ιστορίας των κοινωνιών, απολήγοντας συχνά σε ανεδαφικά συμπεράσματα.

«Αυτή λοιπόν η αντίληψη της ιστορίας (σ.σ. η ‘’υλιστική’’ ή αλλιώς ο ιστορικός υλισμός) εξαρτιέται από την ικανότητά μας να εκθέτουμε την πραγματική διαδικασία της παραγωγής, ξεκινώντας από την υλική παραγωγή της άμεσης ζωής (σ.σ. παραγωγικές δυνάμεις),και να καταλαβαίνουμε τη μορφή επικοινωνίας (σ.σ. τις ‘’παραγωγικές σχέσεις’’),που συνδέεται με αυτή και δημιουργείται από αυτόν τον τρόπο παραγωγής (δηλαδή την ιδιωτική κοινωνία στα διάφορα στάδιά της),σα βάση όλης της ιστορίας, και να τη δείξουμε στη δράση της σαν κράτος,να εξηγήσουμε μέσω αυτής όλα τα διαφορετικά θεωρητικά προϊόντα και μορφές συνείδησης, και να παρακολουθήσουμε τη γέννησή τους και την ανάπτυξή τους απ’ αυτήν τη βάση, πράγμα ασφαλώς που θα μας επιτρέψει να παρουσιάσουμε το θέμα στην ολότητά του(και επομένως την αμοιβαία επίσης δράση αυτών των διαφόρων πλευρών ανάμεσά τους)»[1].Με λίγα λόγια, η θέση αυτή βασίζεται στο ότι «ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει γενικά την κοινωνική πολιτική και πνευματική διαδικασία της ζωής, ότι όλες οι κοινωνικές και κρατικές σχέσεις μπορούν να κατανοηθούν, μόνο αν κατανοηθούν οι υλικοί όροι ζωής της αντίστοιχης εποχής».[2]

Έτσι λοιπόν, το κράτος, όπως τεκμηριώνει η ύπαρξη προταξικών κοινωνιών ,δεν υπάρχει από καταβολής κόσμου, ούτε είναι «μια δύναμη που επιβλήθηκε στην κοινωνία απέξω. Το κράτος δεν είναι επίσης η «πραγματοποίηση της ηθικής ιδέας», η «η εικόνα και η πραγματοποίηση του ορθού λόγου», όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ. Το κράτος είναι προϊόν της κοινωνίας σε ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης. Είναι η ομολογία ότι η κοινωνία αυτή μπερδεύτηκε σε μια αξεδιάλυτη αντίφαση με τον ίδιο τον εαυτό της, ότι διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις που είναι ανήμπορη να παραμερίσει. Και για να μη φθαρούν αυτές οι αντιθέσεις, έγινε αναγκαία μια δύναμη που φαινομενικά στέκεται πάνω από την κοινωνία, για να μετριάζει τη σύγκρουση, να την κρατάει μέσα στα όρια της ‘’τάξης’’ .Και η δύναμη αυτή που βγήκε από την κοινωνία, αλλά που τοποθετήθηκε πάνω απ’αυτήν, που όλο και περισσότερο αποξενώνοταν από αυτήν, είναι το κράτος»[3].Τούτων δοθέντων, οδηγούμαστε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι «επειδή το κράτος γεννήθηκε από την ανάγκη χαλιναγώγησης των ταξικών αντιθέσεων και επειδή ταυτόχρονα γεννήθηκε μέσα στη σύγκρουση των τάξεων αυτών, είναι κατά γενικό κανόνα κράτος της πιο ισχυρής, οικονομικά κυρίαρχης τάξης, που με τη βοήθεια του κράτους γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη τάξη, και αποκτά έτσι νέα μέσα μέσα για την καθυπόταξη και την εκμετάλλευση της καταπιεζόμενης τάξης. Δεν ήταν μόνο το αρχαίο και το φεουδαρχικό κράτος όργανα εκμετάλλευσης των δούλων και των δουλοπάροικων, αλλά και το σημερινό ‘’αντιπροσωπευτικό’’ κράτος είναι όργανο εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο».[4]

Εφόσον αποσαφηνίστηκε ,ότι  η πολιτική εξουσία( και η κρατική της μορφή)  δεν είναι  τελικά ,παρά η συμπυκνωμένη έκφραση της οικονομίας, όπως τόνιζε ο Λένιν , με τη σειρά της μπορεί να επενεργήσει σε δύο κατευθύνσεις. « Είτε επενεργεί με την έννοια και στην κατεύθυνση των νομοτελειακών οικονομικών εξελίξεων .Σ’αυτήν την περίπτωση, δεν υπάρχει διαμάχη μεταξύ τους και η οικονομική εξέλιξη επιταχύνεται. Είτε επενεργεί αντίθετα στη νομοτελειακή οικονομική εξέλιξη και τότε, υποκύπτει σ’αυτή με λίγες μόνο εξαιρέσεις.»[5]Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη,ότι  το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής αποτελεί μια ενότητα δομών-σχέσεων που εξελίσσονται μέσα στο χρόνο και μετασχηματίζονται ποιοτικά η σταδιακή αυτή αλλαγή  επιδρά διά της αντανακλάσεως και στη μορφή του κράτους, που οφείλει να προσαρμοστεί(με βάση την πρώτη κατεύθυνση) στους ποιοτικά αναβαθμισμένους υλικούς όρους παραγωγής.

Αρχικά ,κατά το πρώτο στάδιο της διαμόρφωσης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος παραγωγής(μέσα 18ου αι. –μέσα 19ου αι.),στη βάση του ελεύθερου ανταγωνισμού, υψώνεται ένα  φιλελεύθερο κράτος με αμελητέα έως ανύπαρκτη παρέμβαση στην αγορά. Σε διεθνές επίπεδο, κυριαρχεί το εμπορευματικό κεφάλαιο ενώ υπάρχει σύζευξη παλαιών(φεουδαρχικών) και νέων μορφών αποικιοκρατίας. Ακολούθως, κατά το δεύτερο στάδιο (του Ιμπεριαλισμού) υπάρχει διάκριση μεταξύ δύο περιόδων :α) Από τα τέλη του 19ου αι. έως το 1929 επικρατεί ο ιδιωτικομονοπωλιακός καπιταλισμός ,όπου το κράτος εξακολουθεί να είναι αμέτοχο και καθορίζει νομοθετικά μόνο το πλαίσιο της παραγωγής. β)Από το 1929 έως το 1970  κυριαρχεί ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός, όπου το κράτος παρεμβαίνει άμεσα στην αγορά είτε μέσω του ‘’κορπορατισμού’’ είτε μέσω του κεϋνσιανισμού (Δημοσιονομική πολιτική ενεργού ζήτησης, κρατικές επιχειρήσεις ‘’Κοινής Ωφέλειας’’ κ .ο.κ.).Σχετικά με το διεθνές σύστημα,οι αποικιοκρατίες αυξάνονται κάτω από τα δεσμά πλέον του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Τέλος, από το 1970 έως σήμερα, κατά την ανάδυση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού ,ανακύπτει η σύγχρονη μορφή του κράτους, η οποία θα αναλυθεί ενδελεχώς σε σύγκριση με τις προηγούμενες.

Κατά την περίοδο αυτή λοιπόν(1970),όπου σηματοδοτείται από την έλευση της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης(ηλεκτρονικής-πληροφορικής)και τριτογενοποίησης της παραγωγής(κυριαρχικός ρόλος υπηρεσιών) παρατηρείται μια δομική ύφεση και πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους των καπιταλιστών[6],η οποία εκδηλώνεται με την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.Δεδομένων των συνθηκών, είναι επίσης έκδηλη η μεταστροφή-μετατόπιση του κράτους και αυστηρή προσαρμογή του σε αυτές. Ως εκ τούτου,το κράτος ως μηχανισμός της κυρίαρχης τάξης, συντρέχει ως αρωγός στην αντιστάθμιση των δυσμενών συνεπειών της κρίσης ,λαμβάνοντας  ορισμένα χαρακτηριστικά, ορόσημα για την κατανόηση της  ποιοτικά βελτιωμένης ουσίας  του.

Πρώτον, εντοπίζεται ο εξοβελισμός του κράτους πρόνοιας, και η μεταλλαγή του σε κράτος στρατηγείο-επιτελείο της ανάπτυξης,μια μορφή που συνίσταται στη σταδιακή απόσυρσή του για την απελευθέρωση των αγορών. Η κρατούσα αυτή νεοφιλελεύθερη αντίληψη, ως αναπόδραστη προσαρμογή του κράτους στις νέες υποχρεώσεις του, διακρίνεται από τα εξής στοιχεία: α)αναδιάρθρωση ασφαλιστικού συστήματος. Οι κοινωνικές δαπάνες μειώνονται,ενώ αυξάνονται οι εισφορές για την κάλυψη ενός δημοσίου χρέους(στην ουσία χρέους των τραπεζιτών, εφοπλιστών, βιομηχάνων).Η καταβολή συντάξεων από κοινωνική υποχρέωση έχει την τάση να καθίσταται υποχρέωση του εργαζομένου στον εαυτό του.β) Επιχειρηματική σύμπραξη Δημοσίου-Ιδιωτικού τομέα (χρηματοδότηση ερευνών, παροχή υποδομών, διενέργεια διαγωνισμών κ.ο.κ.) και Ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων επιχειρήσεων, αφού εξυγιανθούν από το κράτος, με στόχο την κάλυψη των δημοσίων χρεών, παραχωρώντας παράλληλα έναντι πινακίου φακής στους κεφαλαιοκράτες ,στρατηγικής σημασίας τομείς(ΟΛΠ, Fraport). γ)Φορολογικές ελαφρύνσεις και νέα κίνητρα για επενδύσεις-Φορολογικοί παράδεισοι για το κεφάλαιο (Στα Panama Papers, αναφέρεται η Ελβετία ως το μεγαλύτερο φορολογικό καταφύγιο παγκοσμίως, συγκεντρώνοντας το 25% της δραστηρίοτητας αυτής, ενώ ακολουθεί στην όγδοη θέση η Γερμανία, η οποία σύμφωνα με την έρευνα του ΤJN ξεπλένει ετησίως 29-57 δις ευρώ .Παλαιότερα μάλιστα, τα LuxLeaks είχαν ως επίκεντρο τον φορολογικό παράδεισο του Λουξεμβούργου. δ)Λειτουργία του κράτους ως ‘’συλλογικού κεφαλαιοκράτη’’ που είναι απαραίτητος για να διασώζει το σύστημα σε περιόδους κρίσης(κρατικές ενέσεις σε συστημικές τράπεζες, φορολεηλασία κ.ο.κ).

Παράλληλα, η επιτακτική ανάγκη καταπολέμησης της κρίσης, έχει ως αποτέλεσμα την κατοχύρωση του κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού, όχι ως  μιας κατάστασης εξαίρεσης, αλλά ως μιας νέας κανονικότητας. Ποιά μορφή άλλωστε θα μπορούσε να λάβει η πιο επαίσχυντη και πρόδηλη επίθεση του κεφαλαίου για την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων(περικοπές μισθών, ελαστικές μορφές απασχόλησης, κατάργηση συλλογικών συμβάσεων εργασίας)σε επίπεδο πολιτικής εξουσίας; Ο κοινοβουλευτικός ολοκληρωτισμός λοιπόν  προβάλλεται ως καθοριστική πολιτική κατεύθυνση, και σταχυολογείται ως εξής: α) Ως εκπλήρωση του δόγματος Ασφάλεια-Άμυνα με το κρατικό μονοπώλιο της βίας .Ειδικότερα, προς χάριν της οικονομικής σταθερότητας και κοινωνικής συνοχής, η καταστολή καθαγιάζεται με απώτερο σκοπό να κατευνάσει(και να καταδικάσει) τις όποιες κοινωνικές αντιδράσεις αρνούνται να στέρξουν στις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις. β)Ενεργοποίηση κράτους έκτακτης ανάγκης(άμεσος συσχετισμός με το α),βλ. Γαλλία-Βέλγιο).Κατά την περίπτωση αυτή, το ‘’βαθύ κράτος’’ (στρατός, αστυνομία) αντλεί υπερεξουσίες από το Σύνταγμα,και περιορίζει τα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών, υποδεικνύοντας  ταυτόχρονα τον επίπλαστο και παροδικό χαρακτήρα τους .γ)Αποδόμηση ουδέτερων-μεταρρυθμιστικών πολιτικών δυνάμεων(κοινωνικός φιλελευθερισμός) και σχηματισμός πολιτικών συμμαχιών για την εξυπηρέτηση των στρατηγικών σχεδίων της αστικής τάξης. Οι συσχετισμοί δυνάμεων στεγανοποιούνται, και καθώς τα περισσότερα κόμματα που απαρτίζουν το κοινοβούλιο είναι ουσιωδώς  πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου, σχηματίζεται μια διάσταση μεταξύ αυτών και των πλειοψηφικών στρωμάτων της κοινωνίας, καθώς καμία ρύθμιση δεν αποβαίνει ωφέλιμη για τα τελευταία. Έτσι, η οικονομική κρίση με τις αντιφάσεις της, υποκινεί την πολιτική κρίση με κυριότερη αντίφαση, την απώθηση των αστικών κομμάτων από τη βάση τους, τη λαϊκή βούληση, με επακόλουθο τον κατακερματισμό του ‘’Κοινωνικού Συμβολαίου’’.

Επιπλέον, ένα στοιχειώδες γνώρισμα της πολιτικής συγκυρίας ως απαύγασμα της οικονομικής, είναι ο σχηματισμός υπερεθνικών ολοκληρώσεων(G-7,Π.Ο.Ε.,Ε.Ε.NAFTA,ΤΤΙP,Δ.Ν.Τ.,Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΟΣΑ κτλ.) ως τάση εξαρτώμενη από τη διεθνοποίηση-παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου(κυριαρχία πολυεθνικών-πολυκλαδικών μονοπωλίων) με φρενήρεις ρυθμούς. Τρεις βασικές εκτιμήσεις χρήζουν αναφοράς για αυτήν την τάση  :α)Η διεθνοποίηση φαίνεται πως υπερβαίνει το έθνος-κράτος, ωστόσο κρίνεται αναγκαίο να ιδωθεί από σκοπιά διαλεκτικής αντίφασης, ως μια ενότητα αδιάρρηκτη και αντιφατική, που αλληλοπροϋποτίθεται και αλληλοαποκλείεται. Επομένως η συνεχής διεθνοποίηση του κεφαλαίου δεν αποκλείει τον ανταγωνισμό μεταξύ και διαφορετικών ιμπεριαλιστικών κέντρων(Η.Π.Α,Ε.Ε.,Ρωσία-Κίνα) αλλά και μεταξύ των εθνών κρατών ενός διακρατικού οργανισμού(Ε.Ε). Κατ’ουσίαν , πρόκειται για μια συμμαχία που εδράζεται σε εντατικότερη και εκτατικότερη εκμετάλλευση των εργαζόμενων στρωμάτων(διάσταση ενοποίησης),αλλά που διατηρεί τον ανταγωνισμό και την ανισομετρία μεταξύ των εθνών-κρατών, σύμφωνα με τις επιταγές του καπιταλιστικού συστήματος .β) Ωστόσο, ο πόλεμος δεν είναι μόνο εσωτερικός, ,αλλά και διακρατικός-εξωτερικός, μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, οι οποίες κονιορτοποιούν λαούς και χώρες  για την ανάκτηση σφαιρών επιρροής και την επαναχάραξη των συνόρων.

γ)Αξίζει να σημειωθεί, πως ο σχηματισμός ολοκληρώσεων δεν αφήνει αμετάβλητη τη λήψη αποφάσεων ,η οποία  αποσπάται από τα έθνη-κράτη και συγκεντρώνεται σε τεχνοκρατικά κλιμάκια (Δ.Ν.Τ.)και σε ομάδες πίεσης συμφερόντων των οργανισμών(Ε.Ε),υποβαθμίζοντας  το ρόλο του κοινοβουλίου. Μάλιστα, η παρέμβαση εξωκρατικών κέντρων εξουσίας που αποσκοπούν στην άσκηση πολιτικής όχι έμμεσα, μέσω των πολιτικών εκπροσώπων/υποζυγίων  του κεφαλαίου, αλλά άμεσα, είναι ενδεικτική στην πρόσφατη έκθεση της μεγαλύτερης τράπεζας των Η.Π.Α Jp Morgan. Συνοπτικά, στην έκθεση εκδηλώνεται  αποστροφή προς τα στοιχειώδη  πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα που περιλαμβάνονται στα Συντάγματα των χωρών του Νότου της Ευρώπης, και απαιτείται  αναθεώρηση των ‘’σοσιαλιστικών’’(όπως κατονομάζονται) τάσεων των Συνταγμάτων για να ξεπεραστεί η κρίση. Εν ολίγοις, δεν τηρούν ούτε τα προσχήματα οι πολυεθνικές![7]

Αναμφισβήτητα, η περίοδος του πιο παραγινωμένου καπιταλισμού, συνίσταται  στην επιστροφή της πολιτικής στην κοινωνικοοικονομική της βάση, με αποτέλεσμα να διαλύονται οι απατηλές ψευδαισθήσεις περί «ουδετερότητας του κράτους» και εξυπηρέτησης «διαταξικών συμφερόντων». Συγχρόνως, αποτελεί περίοδο ανάληψης ευθυνών. Απέναντι στην παροιμιώδη επίθεση της άρχουσας τάξης μέσω της πρακτικής-ιδεολογικής έκφρασης της εξουσίας της, μέσω του ταξικού χαρακτήρα του κράτους, καθίσταται  επιβεβλημένη η ανασυγκρότηση των καταπιεζόμενων κοινωνικών δυνάμεων για να τεθεί στην ημερήσια διάταξη το πιο επίκαιρο και επίδικο δίλημμα από ποτέ :

Ή σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα




[1] Γερμανική Ιδεολογία.Καρλ Μαρξ.Τόμος 1ος .Εκδ:Gutenberg.Σελ:87
[2] Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας.Καρλ Μαρξ Εκδ:Σύγχρονη Εποχή Σελ:362-363
[3] H Καταγωγή της Οικογένειας,της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους.Φρ.Ένγκελς.Εκδ:Σύγχρονη Εποχή.Σελ 210
[4] Κράτος και Επανάσταση.Β.Ι.Λένιν Εκδ :Σύγχρονη Εποχή .Σελ:19
[5] Aντι-Ντίρινγκ.Φρ.Ένγκελς.Εκδ:Σύγχρονη Εποχή Σελ:233

[7 http://www.pandiera.gr/%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CE%BD-%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3/ ‘’Οι πολυεθνικές ξαναγράφουν το Σύνταγμα’’-εφημερίδα ΠΡΙΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου