Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Παρουσίαση και προσέγγιση του έργου «Η Δίκη» του Φραντς Κάφκα.

                                               «Βγήκε κάποτε ένα κλουβί και έψαχνε για πουλιά»
Το έργο

Ανήμερα των γενεθλίων του, ο Γιόζεφ Κ., τραπεζικός υπάλληλος, συλλαμβάνεται απροσδόκητα από δύο αλλόκοτους άνδρες, οι οποίοι επίμονα του αποκρύπτουν την κατηγορούσα αρχή και την φύση του εγκλήματος που του επιρρίπτεται. Έπειτα από μία προανάκριση που διεξάγεται στο δωμάτιό του, ο Κ. αφήνεται ελεύθερος, περιμένοντας να λάβει οδηγίες από την αρμόδια αρχή. Ενδιάμεσα, εκείνος αισθάνεται μετέωρος και ανησυχεί, καθώς έχει την αίσθηση πως τον θεωρούν ένοχο ακόμη κι αν δεν του έχει απαγγελθεί ακόμη καμία κατηγορία.
Αφού, λοιπόν, προειδοποιείται αόριστα για την επόμενη ανάκριση, αναζητεί την αίθουσα διεξαγωγής της σε ένα ερειπωμένο κτίριο, μέχρι να την εντοπίσει σε μια αποπνικτική και ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο σοφίτα. Τότε ο Κ. ορμώμενος από τις άθλιες συνθήκες και τα ευτελή μέσα των φερόμενων ως ανακριτών, απαγγέλει έναν λόγο προσωπικής υπεράσπισης και φεύγει νομίζοντας πως έχει πείσει το αποχαυνωμένο ακροατήριο.
Μετά την ξαφνική επίσκεψη του θείου του, που έχει πληροφορηθεί την εμπλοκή του, και αφού του εφιστά την προσοχή στην σοβαρότητα της υπόθεσης, αποφασίζει να καταφύγει στην βοήθεια του δικηγόρου που του συστήνει. Ο δικηγόρος του αποκαλύπτει το λαβύρινθο στον οποίο έχει εγκλωβιστεί παραθέτοντας τις δαιδαλώδεις γραφειοκρατικές διαδικασίες που πρέπει να διέλθει χωρίς ωστόσο να μπορεί να διασφαλίσει την απεμπλοκή του. Παράλληλα, αναζητεί και από άλλες πλευρές βοήθεια, οι οποίες περιπλέκουν περισσότερο την κατάστασή του. Έτσι, αποφασίζει να αναλάβει κατά αποκλειστικότητα ο ίδιος την περίπτωσή του, κάνοντας απέλπιδες προσπάθειες να ανακτήσει την πρότερη καθημερινότητά του. Το αποτέλεσμα είναι ολόκληρος ο κόσμος του να γίνει προέκταση της Δίκης. Γίνεται υπόλογος όλων των πράξεων του καθημερινά. Έχοντας φθάσει σε πλήρη απόγνωση, περιμένει πλέον την επικρεμάμενη ποινή-καταδίκη του.
Το βράδυ των τριακοστών πρώτων γενεθλίων του, πια, δυο άνδρες τον επισκέπτονται και τον οδηγούν σε ένα απόμερο λατομείο. Εκεί προβάλει ισχνή αντίσταση και εκτελείται με δύο μαχαιριές στην καρδιά, ενώ προλαβαίνει να ψελλίσει «Σαν το σκυλί».

Σχετικά με την ζωή του συγγραφέα

Ιδιαίτερα σημαντική για μια πληρέστερη προσέγγιση του έργου του είναι η παράθεση βασικών πληροφοριών για την ζωή του συγγραφέα και η παράλληλη ένταξη τους στο σχετικό ιστορικό πλαίσιο.
Γεννήθηκε το 1883 στην Πράγα και πέθανε το 1924 στη Βιέννη. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του εύπορου εμπόρου της γερμανόφωνης εβραϊκής μειονότητας της Πράγας, Χέρμαν Κάφκα. Εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο της Πράγας το 1901, όπου παρακολουθεί μαθήματα Χημείας, Φιλοσοφίας και Ιστορίας της Τέχνης και αναγορεύεται διδάκτωρ της Νομικής το 1906. Αρχίζει την πρακτική άσκηση στα δικαστήρια και τον επόμενο χρόνο διορίζεται σε μια ασφαλιστική εταιρία. Προς το τέλος του 1909 ταξιδεύει με τον αδερφικό του φίλο Μαξ Μπροντ στη Βόρεια Ιταλία, ενώ το 1911 και το 1912 περιοδεύουν στο Παρίσι, την Ελβετία και τη Γερμανία (αυτά έμελλε να είναι τα μόνα ταξίδια που πραγματοποίησε ο Φραντς Κάφκα, παρά το ότι λάτρευε να ταξιδεύει). Εκείνη τη χρονιά, γράφει το πρώτο μεγάλο του πεζό, την Αμερική και γνωρίζει τη Felice Bauer, με την οποία αρχίζει πυκνή αλληλογραφία, αρραβωνιάζονται στα μέσα του 1914 (αυτή είναι η χρονιά που γράφει και τη Δίκη), για να διαλυθεί ο αρραβώνας ένα μήνα μετά. Το 1917 διαλύεται και ο δεύτερος αρραβώνας με τη Felice Bauer λόγω φυματίωσης.  Από εκείνο το σημείο και μέχρι το θάνατό του γράφει τα περισσότερα από τα αριστουργήματά του. Ήδη, όμως το 1924 η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται, όταν και ζητάει επιτακτικά από το Μαξ Μπροντ να κάψει όλα του τα έργα, με τον τελευταίο να αγνοεί την εντολή.

Σχετικά με το έργο

Η γραφή του Κάφκα, ως μέσο αναγωγής του κείμενου σε ένα γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο, είναι βαθιά συμβολική και αλληγορική. Ο λόγος, όμως, για τον οποίο αυτή καθίσταται διακριτικό στοιχείο της μοναδικότητας του συγγραφέα είναι η περιγραφή που επιτυγχάνει με εξόχως ρεαλιστικό και λεπτομερειακό τρόπο των περιστατικών που εκτυλίσσονται, των χαρακτήρων με την ιδιάζουσα και πανομοιότυπη συνάμα κουλτούρα τους και των άσχημων και μυστηριακά αποκρουστικών χώρων που δρουν.
Μια πρώτη κοινωνιολογική προσέγγιση σχετική με τις κοινωνικές συνθήκες, αντιλήψεις και δομές που διαφαίνονται στο έργο του, διανοίγεται σε δύο άξονες. Ο ένας αφορά στη διερεύνηση του καφκικού εξουσιαστικού πλέγματος (με βάση το θεωρητικό ρεύμα του Φουκώ) και ο δεύτερος στην τεχνική σύλληψης της εξουσίας σε μικροσκοπικό επίπεδο (με βάση τις αναγνώσεις της καφκικής γραφής του Σλαβόι Ζίζεκ).
Στη Δίκη διαγράφεται ξεκάθαρα η κριτική του συγγραφέα στο διεφθαρμένο και βραδυκίνητο γραφειοκρατικό σύστημα, που λειτουργεί ως μοχλός άσκησης και υποταγής του ατόμου στην εξουσία. Πολλές εικόνες περιγράφονται έτσι, ώστε να αναδείξουν με παραστατικότητα την αποσπασματικότητα του ατόμου από τους μηχανισμούς αυτούς, φτάνοντας σε σημείο ακόμη και να σατιρίζουν έμμεσα τον παραλογισμό στον οποίο τον παρασύρουν. Συγκεκριμένα, ο Κ. βρίσκεται αδιάκοπα εξαρτημένος από τους κατώτερους υπαλλήλους, όπως είναι οι κλητήρες, από τα ενδιάμεσα γραφειοκρατικά στρώματα μέχρι και τους ανώτατους φορείς της εξουσίας, δικαστές και δικαστικούς υπαλλήλους. Ο ήρωας καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου εμφανίζεται να υποβάλλει αλλεπάλληλες αιτήσεις και να διέρχεται από συνεχείς επανεξετάσεις, οι οποίες όμως τον φέρνουν όλο και εγγύτερα στην οριστική καταδίκη του. Αποτυπώνεται, έτσι, αυτό που ονομάζεται θετικότητα της εξουσίας.
Οι ήρωες του έργου, συνολικά, παρουσιάζονται ως αδύναμα ανδρείκελα αντιπαραθετικά με έναν πανίσχυρο και αόρατο εξουσιαστικό μηχανισμό που τους καθορίζει εξ ολοκλήρου. Γι’ αυτό και ο κεντρικός ήρωας εμφανίζεται ολότελα απομονωμένος, να αγωνιά μάταια να αντιπαλεύσει τον ντετερμινισμό της εξουσίας. Δημιουργείται με αυτό τον τρόπο μια ατμόσφαιρα ενδεχομενικότητας και ματαιότητας της απορρόφησης από τα πρωτόκολλά της της τελευταίας, αλλά και μιας συνεχούς συνωμοσίας των σκοτεινών παραγόντων της.
Από τα παραπάνω μπορεί να συναχθεί η έστω και σχηματική αντίληψη του Κάφκα για την καθοριστική επιρροή των κυρίαρχων δομών πάνω στα υποκείμενα που δρουν εσωτερικά. Από την άλλη, η διάχυτη απαισιοδοξία και απόγνωση, σκιαγραφούν την μοναδικότητα της καφκικής σύλληψης της εξουσίας. Το κράτος είναι μια αόρατη και αήττητη σκοτεινή δύναμη που αποκρούει κάθε εκ των έσω αντιπαράθεση. Τα ζεύγη εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου, επιβολής-υποταγής και ανώτερου- κατώτερου διατρέχουν όλο το διήγημα, στο οποίο παρουσιάζεται ένα κέντρο εξουσίας, που συμβολίζεται με το δικαστήριο να διαπερνά το κοινωνικό όλο κάθετα και οριζόντια. Πρόκειται για μια αποκεντρωμένη εξουσία με μεγάλη παρεμβατικότητα και πλείστους κόμβους άρθρωσης.
Το στοιχείο αυτό, δηλαδή το πώς κεντροθετείται η εξουσία στο έργο του, συγκέντρωσε την προσοχή μεγάλων στοχαστών, όπως του Τέοντορ Αντόρνο, που έγραψε χαρακτηριστικά πως «Το πιο μεγάλο κομμάτι του έργου του είναι μία απεριόριστη αντίδραση στην εξουσία», του Βάλτερ Μπένγιαμιν, που έγραψε ότι «ανέδειξε την πτυχή της παρασιτικής εξουσίας, αυτής που ζει από αυτούς που καταπιέζει», ενώ και ο Ελίας Κανέττι επισήμανε ότι ο Κάφκα «έχει αναπαραστήσει την εξουσία από όλες της τις πλευρές».
Κεντρική θέση καταλαμβάνει η έγκληση του ήρωα ως υποκείμενο. Βρίσκεται υπόδικος χωρίς καμία προφανή αιτία. Απολογείται στους πάντες, από τις γραφειοκρατικές δομές μέχρι και σε απλούς χωρικούς και κατατρύχεται από ακατάπαυστο άγχος και ενοχή. Είναι a priori ένοχος δίχως να του απαγγελθεί καμία κατηγορία. Φτάνουμε ,έτσι, στο σημείο απορρόφησης ολόκληρης της ατομικότητας από την κρατική μηχανή.
Λίγο πριν από το τέλος, παρεμβάλλεται το διήγημα «Μπροστά στην πύλη του Νόμου». Εκεί,ένας χωρικός πλησιάζει την πύλη με την ελπίδα να μπει, ο φύλακας όμως του απαγορεύει την είσοδο δίχως να του κάνει σαφές ότι θα τον εμποδίσει έμπρακτα αν προσπαθήσει να εισέλθει. Με πολυάριθμες προσπάθειες, τεχνάσματα και δωροδοκίες, περνάνε τα χρόνια και ο γέρος και αδύναμος χωρικός, λίγο πριν πεθάνει, ρωτά το φρουρό γιατί κανείς άλλος δε ζήτησε να περάσει μέσα και αυτός αφού του απαντά ότι η πύλη προοριζόταν μόνο για τον ίδιον, την κλείνει μια για πάντα. Έχει παρατεθεί η άποψη από τον Τζ.Αγκάμπεν πως το εν λόγω διήγημα συνιστά μια μικρογραφία του βασικού αναθέματος. «…η ισχύς του Νόμου εντοπίζεται ακριβώς στην αδυναμία εισόδου στο ήδη ανοιχτό […] Ο χωρικός δε δύναται να εισέλθει γιατί οντολογικώς είναι αδύνατο να εισέλθουμε στο ανοιχτό πεδίο […] Η ανοιχτή πόρτα, η οποία προορίζεται μόνο για τον ίδιο, τον περιλαμβάνει αποκλείοντάς τον, τον αποκλείει περιλαμβάνοντάς τον. Και αυτή ακριβώς είναι η κορύφωση, η υπέρτατη πληρότητα και η πρωταρχική ρίζα κάθε νόμου».
Σε τελευταίο στάδιο, κρίνεται κρίσιμη η εξέταση κάποιων βιογραφικών στοιχείων του συγγραφέα ή «της προσωπικής του ιστορίας» κατά τον Φουκώ, ώστε να επιτευχθεί μια όσο το δυνατόν σφαιρικότερη προσέγγιση. Βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Κάφκα υπήρξαν η μοναχικότητα, σε σημείο ζωτικής ανάγκης του για συχνή απομόνωση και αυτοπεριθωριοποίηση, καθώς και ο πεσιμισμός, που καταλήγει σε υπέρτατη απόγνωση και μοιρολατρία. Τα στοιχεία αυτά μπορούν να αποδοθούν σε κάποιο βαθμό στην κοινωνική απομόνωση του ήρωα ως μέλους της εβραϊκής κοινότητας και σε μεγαλύτερο βαθμό στην προβληματική σχέση που είχε διαμορφώσει με τον πατέρα του. Ο Κάφκα φτάνει σε σημείο να εξαρτά τις κινήσεις του από το αυστηρό βλέμμα και κριτική του πατέρα του, ο οποίος συνιστά κυριαρχικό πρότυπο για την διαμόρφωσή του. Παλεύει ,συνεχώς, μάταια να αποσπάσει την προσοχή και την αναγνώριση. Μοτίβο που ανακυκλώνει σε πολλά διήγηματά του.

 Κάθε απόπειρα κριτικής ανάλυσης της Δίκης, όπως και των υπολοίπων έργων του Φ. Κάφκα, είναι εκ προοιμίου ατελής. Γι’ αυτό, εδώ και δεκαετίες σημειώνονται ετερόκλητες προσεγγίσεις, που εν τέλει επιβεβαιώνουν τον ανεξάντλητο και διαχρονικό χαρακτήρα του έργου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου