Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Δίκες Δοσιλόγων

Oι δίκες των δοσιλόγων αποτελούν ένα από εκείνα τα κομμάτια της ελληνικής ιστορίας, τα τόσο στενά συνδεδεμένα με τα Δεκεμβριανά και τον μετέπειτα Ελληνικό Εμφύλιο, που σαν ανοικτή ακόμα πληγή αποφεύγονται οι συζητήσεις γύρω από τα γεγονότα  που την συνοδεύουν.

Πριν, ωστόσο, μιλήσουμε για όλα αυτά που σπάνια λέγονται, χρήσιμο είναι να θέσουμε το γενικότερο ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Έτσι λοιπόν, κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα (Απρίλιος 1941- Οκτώβριος 1944) υπήρχαν τρείς κυβερνήσεις.  Κατ’αρχάς, ο Βασιλιάς Γεώργιος Β’ και η Κυβέρνηση του εγκατέλειψαν την χώρα ήδη από τον Απρίλιο, κατέφυγαν αρχικά στην Κρήτη και στη συνέχεια φυγαδεύθηκαν στην Αίγυπτο, όπου και παρέμειναν μέχρι την απόσυρση των γερμανκών στρατευμάτων από την Ελλάδα. Η Κυβέρνηση αυτή αποτελούσε την διεθνώς αναγνωρισμένη ελληνική κυβέρνηση και εξακολουθούσε να δρά από το Κάιρο της Αιγύπτου, εξ’ου και η ονομασία της «Κυβέρνηση του Καίρου». Η επιρροή αυτής της Κυβέρνησης ήταν καταφανώς ελάχιστη,  την ίδια στιγμή που το ισχυρό αντιστασιακό κίνημα που αναπτύχθηκε από το ΕΑΜ και ΕΛΑΣ στο εσωτερικό της χώρας οδήγησε στη δημιουργία μίας de facto Κυβέρνησης, έπειτα από εκλογές, τη λεγόμενη Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, γνωστή και ως «Κυβέρνηση του Βουνού». Η τρίτη Κυβέρνηση ήταν εκείνη του Ι. Ράλλη με τα περίφημα Τάγματα Ασφαλείας, την οποία είχαν διορίσει οι κατοχικές γερμανικές δυνάμεις.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών και την απελευθέρωση, σχηματίστηκε η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου, στην οποία συμμτείχαν και έξι μέλη της Αριστεράς, τα οποία και ανέλαβαν υπουργεία. Η Κυβέρνηση αυτή αντικατέστησε την κατοχική Κυβέρνηση Ι. Ράλλη, την εξόριστη Κυβέρνηση Παπανδρέου/ Κυβέρνηση του Καίρου, ενώ τον Οκτώβριο του 1944 και η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης/ Κυβέρνηση του βουνού διαλύθηκε.Στις 26 Σεπτεμβριου 1944 υπογράφηκε η συμφωνία της Καζέρτας κατά τους όρους της οποίας έπρεπε να αφοπλισθεί το ΕΛΑΣ και οι λοιπές αντιστασιακές ομάδες με σκοπό την δημιουργία εθνικού στρατού, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι πρώτες εντάσεις που οδήγησαν στα μετέπειτα Δεκεμβριανά.
Σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, όπου μετά την ακολούθησαν μαζικές εκτελέσεις όσων συνεργάστηκαν με τις κατοχικές δυνάμεις, ο ΕΛΑΣ έδωσε εντολή να μην υπάρξουν βίαια έκτροπα. Ακολούθησαν αντιθέτως δίκες τριών δωσίλογων πρωθυπουργών, των Κ. Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλου και Ράλλη και οκτώ υπουργών τους. Ο όρος δοσίλογος και «εθνική Αναξιότης» εμφανίστηκε τότε για πρώτη φορά στην πολιτική ορολογία και αναφέρεται στη συμπεριφορά του πολίτη εκείνου που στρέφεται εναντίον της πατρίδας του. Η εθνική αναξιότητα αποτέλεσε ιδιότυπο αδίκημα , το προσδιορίσθηκε με Συντακτική Πράξη του 1945 και προέβλεπε ποινικές κυρώσεις.

Η αλήθεια είναι πως οι δοσίλογοι που τιμωρήθηκαν στην Ελλάδα είναι οι λιγότεροι συγκριτικά με κάθε άλλη χώρα, οσοι τιμωρήθηκαν όχι απλά τιμωρήθηκαν ελαφρώς, αλλά πολλοί κατάφεραν ακόμα να ενσωματωθούν στον κρατικό μηχανισμό. Από τους δοσιλόγους μόλις 6 εκτελέστηκαν, εκ των οποίων ο υποστράτηγος Μπάκος που διετέλεσε Υπουργός Άμυνας επί κυβερνήσεως Τσολάκογλου και Λογοθετόπουλουκαι ο οποίος εκτελέσθηκε χωρίς δική το 1943 από τον ΕΛ.ΑΣ, καθώς και ο Γ. Περουνάκης, αξιωματικός αστυνομικός, Υπουργός Επισιτισμού. Εκ των Πρωθυπουργός καταδικάστηκε σε θάνατο μόνο ο Τσολάκογλου για εθνική αναξιότητα λόγω συνθηκολόγησης με τον εχθρό. Χαρακτηριστική είναι η υπογραφή του τρίτου Πρωτοκόλλου στην Θεσσαλονίκη με τους Γερμανούς. Τελίκά η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια δεσμά λόγω των «πολλαπλών υπηρεσιών του στη χώρα ως στρατιωτικός». Ο Ράλλης από την άλλη καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά και πέθανε μετά από ένα χρόνο, ενώ ο Λογοθετόπουλος παρέμεινε στην φυλακή μόλις για δύο χρόνια. Επιπλέον, ελάχιστες ποινές φυλάκησης υπεβλήθησαν σε ορισμένους αξιωματικούς, αξίζει όμως να σημειωθούν δύο ονόματα. Ο Ν. Λουβάρης καθηγητής πανεπιστημίου και Υπουργός Παιδείας επί κατοχικής Κυβέρνησης Ι. Ράλλη αποφυλακίσθηκε το 1951 και το 1959 ανακηρύχθηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Επίσης, ο Σ. Γκοτζαμάνης, Υπουργός Οικονομικών επί Κυβερνήσεων Τσολάκογλου, καταδικάσθηκε ερήμην σε θάνατο από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων και παρόλ’αυτά το 1954 υπήρξε υποψήφιος δήμαρχος Θεσσαλονίκης.

Όσον αφορά τη διαδικασία των Ειδικών Δικαστηρίων, αυτή δεν άργησε να εξελιχθεί σε παρωδία ήδη από την δεύτερη μέρα με τους κατηγορούμενους να γίνονται κατήγοροι και να ακολουθούν μία υπερασπιστική γραμμή Εθνικής Αντίστασης απέναντι στον κοινό εχθρό του Ελληνικού Έθνους που δεν ήταν άλλος από τον κομμουνισμό. Στο μεταξύ τα ερωτήματα των δικαστών ήταν αυτονόητα και χωρίς ουσία, αποφέυγονται ερωτήσεις αναφορικά με τα τάγματα Ασφαλείας και διεξάγονταν εξαιρετικά μετριοπαθείς ανακρίσεις. Ο Ι. Ράλλης μάλιστα δεν δίστασε να βρίσει το Δικαστήριο, λέγοντας πως τα Τάγματα Ασφαλείας που δημιούργησε ο ίδιος έσωσαν την Ελλάδα από τον αντιστασιακό μέτωπο, τον πραγματικό εχθρό του Έθνους. Η υπερασπιστική γραμμή που ακολουθήθηκε έλαβε γρήγορα την μορφή Πολέμου έναντι στον κομμουνισμό μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα «λευκής τρομοκρατίας» που άρχισε να καλλιέργειται και πού σύντομα οδήγησε στον Εμφύλιο του 1946-1949. Με τον όρο λευκή τρομοκρατία γίνεται αναφορά σε πράξεις βίας κατά κομμουνιστών και συγκεκριμένα στην Ελλάδα σε πράξεις βία που ξέσπασαν κυρίως μετά την συμφωνία της Βάρκιζας κατά οποιουδήποτε ήταν φιλικά προσκείμενος στο ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Μέσα στον γενικότερο αντικομμουνιστικό πνέυμα κινήθηκε και το Γ’ Ψήφισμα, καθώς και οι αντικομμουνιστικοί νόμοι. Θα μπορούσε να ειπωθεί πωγς σταδιακά εγκαθιδρύθηκε ένα αντικομμουνιστικό καθεστώς εκτάκτου ανάγκης.


Το κλίμα που επικράτησε προσομοιάζει στην γνωστή και σήμερα λογική και θεωρία των δύο άκρων, στην ταύτιση επι της ουσίας φασισμού και κομμουνισμού σε μία προσπάθεια του φιλελεύθερου δημοκρατικού συστήματος σε περιόδους κρίσης να συσπειρώσει τον λαό στο κέντρο, σε έναν δημοκρατικό πυρήνα που θα προσφέρει σταθερότητα και θα διατηρήσει τις ισορροπίες. 

Η μορφή του σύγχρονου κράτους

Είναι γεγονός πως στη σύγχρονη περίοδο ,και ιδίως τα τελευταία οκτώ χρόνια παρατηρείται μια απαξίωση του πολιτικού συστήματος, που  καταγράφεται ως  διαρκής δυσπιστία και αρνητική διάθεση εκ μέρους των λαών  προς αυτό.
                              
Προκειμένου, να αναδειχθεί η βασική αιτία αυτής της αμφισβήτησης, κρίνεται αναγκαία η ανάλυση της μορφής του σύγχρονου κράτους μέσω μιας περιοδολόγησης των κρατών που έχει γνωρίσει το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής ,από την εποχή της διαμόρφωσης έως την ωρίμανσή του. Ωστόσο, για να καταστεί συνεπής η περιοδολόγηση, είναι απαραίτητο πρώτα να αναδειχθεί η πηγή, η γενεσιουργός αιτία από όπου αναβλύζει κάθε κράτος και πολιτική εξουσία.

Ασφαλέστερο εργαλείο για την ανάλυση του γνωστικού αντικειμένου του ‘’Κράτους’’ και για την περιοδολόγησή του στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής, είναι η υλιστική αντίληψη της ιστορίας και η διαλεκτική, και όχι μια ιδεαλιστική προσέγγιση, η οποία αναγάγοντας τη θεωρία στο μυστικισμό, δε δύναται να ερμηνεύσει την κινητήρια δύναμη της ιστορίας των κοινωνιών, απολήγοντας συχνά σε ανεδαφικά συμπεράσματα.

«Αυτή λοιπόν η αντίληψη της ιστορίας (σ.σ. η ‘’υλιστική’’ ή αλλιώς ο ιστορικός υλισμός) εξαρτιέται από την ικανότητά μας να εκθέτουμε την πραγματική διαδικασία της παραγωγής, ξεκινώντας από την υλική παραγωγή της άμεσης ζωής (σ.σ. παραγωγικές δυνάμεις),και να καταλαβαίνουμε τη μορφή επικοινωνίας (σ.σ. τις ‘’παραγωγικές σχέσεις’’),που συνδέεται με αυτή και δημιουργείται από αυτόν τον τρόπο παραγωγής (δηλαδή την ιδιωτική κοινωνία στα διάφορα στάδιά της),σα βάση όλης της ιστορίας, και να τη δείξουμε στη δράση της σαν κράτος,να εξηγήσουμε μέσω αυτής όλα τα διαφορετικά θεωρητικά προϊόντα και μορφές συνείδησης, και να παρακολουθήσουμε τη γέννησή τους και την ανάπτυξή τους απ’ αυτήν τη βάση, πράγμα ασφαλώς που θα μας επιτρέψει να παρουσιάσουμε το θέμα στην ολότητά του(και επομένως την αμοιβαία επίσης δράση αυτών των διαφόρων πλευρών ανάμεσά τους)»[1].Με λίγα λόγια, η θέση αυτή βασίζεται στο ότι «ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει γενικά την κοινωνική πολιτική και πνευματική διαδικασία της ζωής, ότι όλες οι κοινωνικές και κρατικές σχέσεις μπορούν να κατανοηθούν, μόνο αν κατανοηθούν οι υλικοί όροι ζωής της αντίστοιχης εποχής».[2]

Έτσι λοιπόν, το κράτος, όπως τεκμηριώνει η ύπαρξη προταξικών κοινωνιών ,δεν υπάρχει από καταβολής κόσμου, ούτε είναι «μια δύναμη που επιβλήθηκε στην κοινωνία απέξω. Το κράτος δεν είναι επίσης η «πραγματοποίηση της ηθικής ιδέας», η «η εικόνα και η πραγματοποίηση του ορθού λόγου», όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ. Το κράτος είναι προϊόν της κοινωνίας σε ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης. Είναι η ομολογία ότι η κοινωνία αυτή μπερδεύτηκε σε μια αξεδιάλυτη αντίφαση με τον ίδιο τον εαυτό της, ότι διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις που είναι ανήμπορη να παραμερίσει. Και για να μη φθαρούν αυτές οι αντιθέσεις, έγινε αναγκαία μια δύναμη που φαινομενικά στέκεται πάνω από την κοινωνία, για να μετριάζει τη σύγκρουση, να την κρατάει μέσα στα όρια της ‘’τάξης’’ .Και η δύναμη αυτή που βγήκε από την κοινωνία, αλλά που τοποθετήθηκε πάνω απ’αυτήν, που όλο και περισσότερο αποξενώνοταν από αυτήν, είναι το κράτος»[3].Τούτων δοθέντων, οδηγούμαστε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι «επειδή το κράτος γεννήθηκε από την ανάγκη χαλιναγώγησης των ταξικών αντιθέσεων και επειδή ταυτόχρονα γεννήθηκε μέσα στη σύγκρουση των τάξεων αυτών, είναι κατά γενικό κανόνα κράτος της πιο ισχυρής, οικονομικά κυρίαρχης τάξης, που με τη βοήθεια του κράτους γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη τάξη, και αποκτά έτσι νέα μέσα μέσα για την καθυπόταξη και την εκμετάλλευση της καταπιεζόμενης τάξης. Δεν ήταν μόνο το αρχαίο και το φεουδαρχικό κράτος όργανα εκμετάλλευσης των δούλων και των δουλοπάροικων, αλλά και το σημερινό ‘’αντιπροσωπευτικό’’ κράτος είναι όργανο εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο».[4]

Εφόσον αποσαφηνίστηκε ,ότι  η πολιτική εξουσία( και η κρατική της μορφή)  δεν είναι  τελικά ,παρά η συμπυκνωμένη έκφραση της οικονομίας, όπως τόνιζε ο Λένιν , με τη σειρά της μπορεί να επενεργήσει σε δύο κατευθύνσεις. « Είτε επενεργεί με την έννοια και στην κατεύθυνση των νομοτελειακών οικονομικών εξελίξεων .Σ’αυτήν την περίπτωση, δεν υπάρχει διαμάχη μεταξύ τους και η οικονομική εξέλιξη επιταχύνεται. Είτε επενεργεί αντίθετα στη νομοτελειακή οικονομική εξέλιξη και τότε, υποκύπτει σ’αυτή με λίγες μόνο εξαιρέσεις.»[5]Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη,ότι  το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής αποτελεί μια ενότητα δομών-σχέσεων που εξελίσσονται μέσα στο χρόνο και μετασχηματίζονται ποιοτικά η σταδιακή αυτή αλλαγή  επιδρά διά της αντανακλάσεως και στη μορφή του κράτους, που οφείλει να προσαρμοστεί(με βάση την πρώτη κατεύθυνση) στους ποιοτικά αναβαθμισμένους υλικούς όρους παραγωγής.

Αρχικά ,κατά το πρώτο στάδιο της διαμόρφωσης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος παραγωγής(μέσα 18ου αι. –μέσα 19ου αι.),στη βάση του ελεύθερου ανταγωνισμού, υψώνεται ένα  φιλελεύθερο κράτος με αμελητέα έως ανύπαρκτη παρέμβαση στην αγορά. Σε διεθνές επίπεδο, κυριαρχεί το εμπορευματικό κεφάλαιο ενώ υπάρχει σύζευξη παλαιών(φεουδαρχικών) και νέων μορφών αποικιοκρατίας. Ακολούθως, κατά το δεύτερο στάδιο (του Ιμπεριαλισμού) υπάρχει διάκριση μεταξύ δύο περιόδων :α) Από τα τέλη του 19ου αι. έως το 1929 επικρατεί ο ιδιωτικομονοπωλιακός καπιταλισμός ,όπου το κράτος εξακολουθεί να είναι αμέτοχο και καθορίζει νομοθετικά μόνο το πλαίσιο της παραγωγής. β)Από το 1929 έως το 1970  κυριαρχεί ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός, όπου το κράτος παρεμβαίνει άμεσα στην αγορά είτε μέσω του ‘’κορπορατισμού’’ είτε μέσω του κεϋνσιανισμού (Δημοσιονομική πολιτική ενεργού ζήτησης, κρατικές επιχειρήσεις ‘’Κοινής Ωφέλειας’’ κ .ο.κ.).Σχετικά με το διεθνές σύστημα,οι αποικιοκρατίες αυξάνονται κάτω από τα δεσμά πλέον του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Τέλος, από το 1970 έως σήμερα, κατά την ανάδυση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού ,ανακύπτει η σύγχρονη μορφή του κράτους, η οποία θα αναλυθεί ενδελεχώς σε σύγκριση με τις προηγούμενες.

Κατά την περίοδο αυτή λοιπόν(1970),όπου σηματοδοτείται από την έλευση της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης(ηλεκτρονικής-πληροφορικής)και τριτογενοποίησης της παραγωγής(κυριαρχικός ρόλος υπηρεσιών) παρατηρείται μια δομική ύφεση και πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους των καπιταλιστών[6],η οποία εκδηλώνεται με την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.Δεδομένων των συνθηκών, είναι επίσης έκδηλη η μεταστροφή-μετατόπιση του κράτους και αυστηρή προσαρμογή του σε αυτές. Ως εκ τούτου,το κράτος ως μηχανισμός της κυρίαρχης τάξης, συντρέχει ως αρωγός στην αντιστάθμιση των δυσμενών συνεπειών της κρίσης ,λαμβάνοντας  ορισμένα χαρακτηριστικά, ορόσημα για την κατανόηση της  ποιοτικά βελτιωμένης ουσίας  του.

Πρώτον, εντοπίζεται ο εξοβελισμός του κράτους πρόνοιας, και η μεταλλαγή του σε κράτος στρατηγείο-επιτελείο της ανάπτυξης,μια μορφή που συνίσταται στη σταδιακή απόσυρσή του για την απελευθέρωση των αγορών. Η κρατούσα αυτή νεοφιλελεύθερη αντίληψη, ως αναπόδραστη προσαρμογή του κράτους στις νέες υποχρεώσεις του, διακρίνεται από τα εξής στοιχεία: α)αναδιάρθρωση ασφαλιστικού συστήματος. Οι κοινωνικές δαπάνες μειώνονται,ενώ αυξάνονται οι εισφορές για την κάλυψη ενός δημοσίου χρέους(στην ουσία χρέους των τραπεζιτών, εφοπλιστών, βιομηχάνων).Η καταβολή συντάξεων από κοινωνική υποχρέωση έχει την τάση να καθίσταται υποχρέωση του εργαζομένου στον εαυτό του.β) Επιχειρηματική σύμπραξη Δημοσίου-Ιδιωτικού τομέα (χρηματοδότηση ερευνών, παροχή υποδομών, διενέργεια διαγωνισμών κ.ο.κ.) και Ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων επιχειρήσεων, αφού εξυγιανθούν από το κράτος, με στόχο την κάλυψη των δημοσίων χρεών, παραχωρώντας παράλληλα έναντι πινακίου φακής στους κεφαλαιοκράτες ,στρατηγικής σημασίας τομείς(ΟΛΠ, Fraport). γ)Φορολογικές ελαφρύνσεις και νέα κίνητρα για επενδύσεις-Φορολογικοί παράδεισοι για το κεφάλαιο (Στα Panama Papers, αναφέρεται η Ελβετία ως το μεγαλύτερο φορολογικό καταφύγιο παγκοσμίως, συγκεντρώνοντας το 25% της δραστηρίοτητας αυτής, ενώ ακολουθεί στην όγδοη θέση η Γερμανία, η οποία σύμφωνα με την έρευνα του ΤJN ξεπλένει ετησίως 29-57 δις ευρώ .Παλαιότερα μάλιστα, τα LuxLeaks είχαν ως επίκεντρο τον φορολογικό παράδεισο του Λουξεμβούργου. δ)Λειτουργία του κράτους ως ‘’συλλογικού κεφαλαιοκράτη’’ που είναι απαραίτητος για να διασώζει το σύστημα σε περιόδους κρίσης(κρατικές ενέσεις σε συστημικές τράπεζες, φορολεηλασία κ.ο.κ).

Παράλληλα, η επιτακτική ανάγκη καταπολέμησης της κρίσης, έχει ως αποτέλεσμα την κατοχύρωση του κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού, όχι ως  μιας κατάστασης εξαίρεσης, αλλά ως μιας νέας κανονικότητας. Ποιά μορφή άλλωστε θα μπορούσε να λάβει η πιο επαίσχυντη και πρόδηλη επίθεση του κεφαλαίου για την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων(περικοπές μισθών, ελαστικές μορφές απασχόλησης, κατάργηση συλλογικών συμβάσεων εργασίας)σε επίπεδο πολιτικής εξουσίας; Ο κοινοβουλευτικός ολοκληρωτισμός λοιπόν  προβάλλεται ως καθοριστική πολιτική κατεύθυνση, και σταχυολογείται ως εξής: α) Ως εκπλήρωση του δόγματος Ασφάλεια-Άμυνα με το κρατικό μονοπώλιο της βίας .Ειδικότερα, προς χάριν της οικονομικής σταθερότητας και κοινωνικής συνοχής, η καταστολή καθαγιάζεται με απώτερο σκοπό να κατευνάσει(και να καταδικάσει) τις όποιες κοινωνικές αντιδράσεις αρνούνται να στέρξουν στις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις. β)Ενεργοποίηση κράτους έκτακτης ανάγκης(άμεσος συσχετισμός με το α),βλ. Γαλλία-Βέλγιο).Κατά την περίπτωση αυτή, το ‘’βαθύ κράτος’’ (στρατός, αστυνομία) αντλεί υπερεξουσίες από το Σύνταγμα,και περιορίζει τα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών, υποδεικνύοντας  ταυτόχρονα τον επίπλαστο και παροδικό χαρακτήρα τους .γ)Αποδόμηση ουδέτερων-μεταρρυθμιστικών πολιτικών δυνάμεων(κοινωνικός φιλελευθερισμός) και σχηματισμός πολιτικών συμμαχιών για την εξυπηρέτηση των στρατηγικών σχεδίων της αστικής τάξης. Οι συσχετισμοί δυνάμεων στεγανοποιούνται, και καθώς τα περισσότερα κόμματα που απαρτίζουν το κοινοβούλιο είναι ουσιωδώς  πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου, σχηματίζεται μια διάσταση μεταξύ αυτών και των πλειοψηφικών στρωμάτων της κοινωνίας, καθώς καμία ρύθμιση δεν αποβαίνει ωφέλιμη για τα τελευταία. Έτσι, η οικονομική κρίση με τις αντιφάσεις της, υποκινεί την πολιτική κρίση με κυριότερη αντίφαση, την απώθηση των αστικών κομμάτων από τη βάση τους, τη λαϊκή βούληση, με επακόλουθο τον κατακερματισμό του ‘’Κοινωνικού Συμβολαίου’’.

Επιπλέον, ένα στοιχειώδες γνώρισμα της πολιτικής συγκυρίας ως απαύγασμα της οικονομικής, είναι ο σχηματισμός υπερεθνικών ολοκληρώσεων(G-7,Π.Ο.Ε.,Ε.Ε.NAFTA,ΤΤΙP,Δ.Ν.Τ.,Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΟΣΑ κτλ.) ως τάση εξαρτώμενη από τη διεθνοποίηση-παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου(κυριαρχία πολυεθνικών-πολυκλαδικών μονοπωλίων) με φρενήρεις ρυθμούς. Τρεις βασικές εκτιμήσεις χρήζουν αναφοράς για αυτήν την τάση  :α)Η διεθνοποίηση φαίνεται πως υπερβαίνει το έθνος-κράτος, ωστόσο κρίνεται αναγκαίο να ιδωθεί από σκοπιά διαλεκτικής αντίφασης, ως μια ενότητα αδιάρρηκτη και αντιφατική, που αλληλοπροϋποτίθεται και αλληλοαποκλείεται. Επομένως η συνεχής διεθνοποίηση του κεφαλαίου δεν αποκλείει τον ανταγωνισμό μεταξύ και διαφορετικών ιμπεριαλιστικών κέντρων(Η.Π.Α,Ε.Ε.,Ρωσία-Κίνα) αλλά και μεταξύ των εθνών κρατών ενός διακρατικού οργανισμού(Ε.Ε). Κατ’ουσίαν , πρόκειται για μια συμμαχία που εδράζεται σε εντατικότερη και εκτατικότερη εκμετάλλευση των εργαζόμενων στρωμάτων(διάσταση ενοποίησης),αλλά που διατηρεί τον ανταγωνισμό και την ανισομετρία μεταξύ των εθνών-κρατών, σύμφωνα με τις επιταγές του καπιταλιστικού συστήματος .β) Ωστόσο, ο πόλεμος δεν είναι μόνο εσωτερικός, ,αλλά και διακρατικός-εξωτερικός, μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, οι οποίες κονιορτοποιούν λαούς και χώρες  για την ανάκτηση σφαιρών επιρροής και την επαναχάραξη των συνόρων.

γ)Αξίζει να σημειωθεί, πως ο σχηματισμός ολοκληρώσεων δεν αφήνει αμετάβλητη τη λήψη αποφάσεων ,η οποία  αποσπάται από τα έθνη-κράτη και συγκεντρώνεται σε τεχνοκρατικά κλιμάκια (Δ.Ν.Τ.)και σε ομάδες πίεσης συμφερόντων των οργανισμών(Ε.Ε),υποβαθμίζοντας  το ρόλο του κοινοβουλίου. Μάλιστα, η παρέμβαση εξωκρατικών κέντρων εξουσίας που αποσκοπούν στην άσκηση πολιτικής όχι έμμεσα, μέσω των πολιτικών εκπροσώπων/υποζυγίων  του κεφαλαίου, αλλά άμεσα, είναι ενδεικτική στην πρόσφατη έκθεση της μεγαλύτερης τράπεζας των Η.Π.Α Jp Morgan. Συνοπτικά, στην έκθεση εκδηλώνεται  αποστροφή προς τα στοιχειώδη  πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα που περιλαμβάνονται στα Συντάγματα των χωρών του Νότου της Ευρώπης, και απαιτείται  αναθεώρηση των ‘’σοσιαλιστικών’’(όπως κατονομάζονται) τάσεων των Συνταγμάτων για να ξεπεραστεί η κρίση. Εν ολίγοις, δεν τηρούν ούτε τα προσχήματα οι πολυεθνικές![7]

Αναμφισβήτητα, η περίοδος του πιο παραγινωμένου καπιταλισμού, συνίσταται  στην επιστροφή της πολιτικής στην κοινωνικοοικονομική της βάση, με αποτέλεσμα να διαλύονται οι απατηλές ψευδαισθήσεις περί «ουδετερότητας του κράτους» και εξυπηρέτησης «διαταξικών συμφερόντων». Συγχρόνως, αποτελεί περίοδο ανάληψης ευθυνών. Απέναντι στην παροιμιώδη επίθεση της άρχουσας τάξης μέσω της πρακτικής-ιδεολογικής έκφρασης της εξουσίας της, μέσω του ταξικού χαρακτήρα του κράτους, καθίσταται  επιβεβλημένη η ανασυγκρότηση των καταπιεζόμενων κοινωνικών δυνάμεων για να τεθεί στην ημερήσια διάταξη το πιο επίκαιρο και επίδικο δίλημμα από ποτέ :

Ή σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα




[1] Γερμανική Ιδεολογία.Καρλ Μαρξ.Τόμος 1ος .Εκδ:Gutenberg.Σελ:87
[2] Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας.Καρλ Μαρξ Εκδ:Σύγχρονη Εποχή Σελ:362-363
[3] H Καταγωγή της Οικογένειας,της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους.Φρ.Ένγκελς.Εκδ:Σύγχρονη Εποχή.Σελ 210
[4] Κράτος και Επανάσταση.Β.Ι.Λένιν Εκδ :Σύγχρονη Εποχή .Σελ:19
[5] Aντι-Ντίρινγκ.Φρ.Ένγκελς.Εκδ:Σύγχρονη Εποχή Σελ:233

[7 http://www.pandiera.gr/%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CE%BD-%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3/ ‘’Οι πολυεθνικές ξαναγράφουν το Σύνταγμα’’-εφημερίδα ΠΡΙΝ

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Παρουσίαση και προσέγγιση του έργου «Η Δίκη» του Φραντς Κάφκα.

                                               «Βγήκε κάποτε ένα κλουβί και έψαχνε για πουλιά»
Το έργο

Ανήμερα των γενεθλίων του, ο Γιόζεφ Κ., τραπεζικός υπάλληλος, συλλαμβάνεται απροσδόκητα από δύο αλλόκοτους άνδρες, οι οποίοι επίμονα του αποκρύπτουν την κατηγορούσα αρχή και την φύση του εγκλήματος που του επιρρίπτεται. Έπειτα από μία προανάκριση που διεξάγεται στο δωμάτιό του, ο Κ. αφήνεται ελεύθερος, περιμένοντας να λάβει οδηγίες από την αρμόδια αρχή. Ενδιάμεσα, εκείνος αισθάνεται μετέωρος και ανησυχεί, καθώς έχει την αίσθηση πως τον θεωρούν ένοχο ακόμη κι αν δεν του έχει απαγγελθεί ακόμη καμία κατηγορία.
Αφού, λοιπόν, προειδοποιείται αόριστα για την επόμενη ανάκριση, αναζητεί την αίθουσα διεξαγωγής της σε ένα ερειπωμένο κτίριο, μέχρι να την εντοπίσει σε μια αποπνικτική και ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο σοφίτα. Τότε ο Κ. ορμώμενος από τις άθλιες συνθήκες και τα ευτελή μέσα των φερόμενων ως ανακριτών, απαγγέλει έναν λόγο προσωπικής υπεράσπισης και φεύγει νομίζοντας πως έχει πείσει το αποχαυνωμένο ακροατήριο.
Μετά την ξαφνική επίσκεψη του θείου του, που έχει πληροφορηθεί την εμπλοκή του, και αφού του εφιστά την προσοχή στην σοβαρότητα της υπόθεσης, αποφασίζει να καταφύγει στην βοήθεια του δικηγόρου που του συστήνει. Ο δικηγόρος του αποκαλύπτει το λαβύρινθο στον οποίο έχει εγκλωβιστεί παραθέτοντας τις δαιδαλώδεις γραφειοκρατικές διαδικασίες που πρέπει να διέλθει χωρίς ωστόσο να μπορεί να διασφαλίσει την απεμπλοκή του. Παράλληλα, αναζητεί και από άλλες πλευρές βοήθεια, οι οποίες περιπλέκουν περισσότερο την κατάστασή του. Έτσι, αποφασίζει να αναλάβει κατά αποκλειστικότητα ο ίδιος την περίπτωσή του, κάνοντας απέλπιδες προσπάθειες να ανακτήσει την πρότερη καθημερινότητά του. Το αποτέλεσμα είναι ολόκληρος ο κόσμος του να γίνει προέκταση της Δίκης. Γίνεται υπόλογος όλων των πράξεων του καθημερινά. Έχοντας φθάσει σε πλήρη απόγνωση, περιμένει πλέον την επικρεμάμενη ποινή-καταδίκη του.
Το βράδυ των τριακοστών πρώτων γενεθλίων του, πια, δυο άνδρες τον επισκέπτονται και τον οδηγούν σε ένα απόμερο λατομείο. Εκεί προβάλει ισχνή αντίσταση και εκτελείται με δύο μαχαιριές στην καρδιά, ενώ προλαβαίνει να ψελλίσει «Σαν το σκυλί».

Σχετικά με την ζωή του συγγραφέα

Ιδιαίτερα σημαντική για μια πληρέστερη προσέγγιση του έργου του είναι η παράθεση βασικών πληροφοριών για την ζωή του συγγραφέα και η παράλληλη ένταξη τους στο σχετικό ιστορικό πλαίσιο.
Γεννήθηκε το 1883 στην Πράγα και πέθανε το 1924 στη Βιέννη. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του εύπορου εμπόρου της γερμανόφωνης εβραϊκής μειονότητας της Πράγας, Χέρμαν Κάφκα. Εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο της Πράγας το 1901, όπου παρακολουθεί μαθήματα Χημείας, Φιλοσοφίας και Ιστορίας της Τέχνης και αναγορεύεται διδάκτωρ της Νομικής το 1906. Αρχίζει την πρακτική άσκηση στα δικαστήρια και τον επόμενο χρόνο διορίζεται σε μια ασφαλιστική εταιρία. Προς το τέλος του 1909 ταξιδεύει με τον αδερφικό του φίλο Μαξ Μπροντ στη Βόρεια Ιταλία, ενώ το 1911 και το 1912 περιοδεύουν στο Παρίσι, την Ελβετία και τη Γερμανία (αυτά έμελλε να είναι τα μόνα ταξίδια που πραγματοποίησε ο Φραντς Κάφκα, παρά το ότι λάτρευε να ταξιδεύει). Εκείνη τη χρονιά, γράφει το πρώτο μεγάλο του πεζό, την Αμερική και γνωρίζει τη Felice Bauer, με την οποία αρχίζει πυκνή αλληλογραφία, αρραβωνιάζονται στα μέσα του 1914 (αυτή είναι η χρονιά που γράφει και τη Δίκη), για να διαλυθεί ο αρραβώνας ένα μήνα μετά. Το 1917 διαλύεται και ο δεύτερος αρραβώνας με τη Felice Bauer λόγω φυματίωσης.  Από εκείνο το σημείο και μέχρι το θάνατό του γράφει τα περισσότερα από τα αριστουργήματά του. Ήδη, όμως το 1924 η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται, όταν και ζητάει επιτακτικά από το Μαξ Μπροντ να κάψει όλα του τα έργα, με τον τελευταίο να αγνοεί την εντολή.

Σχετικά με το έργο

Η γραφή του Κάφκα, ως μέσο αναγωγής του κείμενου σε ένα γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο, είναι βαθιά συμβολική και αλληγορική. Ο λόγος, όμως, για τον οποίο αυτή καθίσταται διακριτικό στοιχείο της μοναδικότητας του συγγραφέα είναι η περιγραφή που επιτυγχάνει με εξόχως ρεαλιστικό και λεπτομερειακό τρόπο των περιστατικών που εκτυλίσσονται, των χαρακτήρων με την ιδιάζουσα και πανομοιότυπη συνάμα κουλτούρα τους και των άσχημων και μυστηριακά αποκρουστικών χώρων που δρουν.
Μια πρώτη κοινωνιολογική προσέγγιση σχετική με τις κοινωνικές συνθήκες, αντιλήψεις και δομές που διαφαίνονται στο έργο του, διανοίγεται σε δύο άξονες. Ο ένας αφορά στη διερεύνηση του καφκικού εξουσιαστικού πλέγματος (με βάση το θεωρητικό ρεύμα του Φουκώ) και ο δεύτερος στην τεχνική σύλληψης της εξουσίας σε μικροσκοπικό επίπεδο (με βάση τις αναγνώσεις της καφκικής γραφής του Σλαβόι Ζίζεκ).
Στη Δίκη διαγράφεται ξεκάθαρα η κριτική του συγγραφέα στο διεφθαρμένο και βραδυκίνητο γραφειοκρατικό σύστημα, που λειτουργεί ως μοχλός άσκησης και υποταγής του ατόμου στην εξουσία. Πολλές εικόνες περιγράφονται έτσι, ώστε να αναδείξουν με παραστατικότητα την αποσπασματικότητα του ατόμου από τους μηχανισμούς αυτούς, φτάνοντας σε σημείο ακόμη και να σατιρίζουν έμμεσα τον παραλογισμό στον οποίο τον παρασύρουν. Συγκεκριμένα, ο Κ. βρίσκεται αδιάκοπα εξαρτημένος από τους κατώτερους υπαλλήλους, όπως είναι οι κλητήρες, από τα ενδιάμεσα γραφειοκρατικά στρώματα μέχρι και τους ανώτατους φορείς της εξουσίας, δικαστές και δικαστικούς υπαλλήλους. Ο ήρωας καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου εμφανίζεται να υποβάλλει αλλεπάλληλες αιτήσεις και να διέρχεται από συνεχείς επανεξετάσεις, οι οποίες όμως τον φέρνουν όλο και εγγύτερα στην οριστική καταδίκη του. Αποτυπώνεται, έτσι, αυτό που ονομάζεται θετικότητα της εξουσίας.
Οι ήρωες του έργου, συνολικά, παρουσιάζονται ως αδύναμα ανδρείκελα αντιπαραθετικά με έναν πανίσχυρο και αόρατο εξουσιαστικό μηχανισμό που τους καθορίζει εξ ολοκλήρου. Γι’ αυτό και ο κεντρικός ήρωας εμφανίζεται ολότελα απομονωμένος, να αγωνιά μάταια να αντιπαλεύσει τον ντετερμινισμό της εξουσίας. Δημιουργείται με αυτό τον τρόπο μια ατμόσφαιρα ενδεχομενικότητας και ματαιότητας της απορρόφησης από τα πρωτόκολλά της της τελευταίας, αλλά και μιας συνεχούς συνωμοσίας των σκοτεινών παραγόντων της.
Από τα παραπάνω μπορεί να συναχθεί η έστω και σχηματική αντίληψη του Κάφκα για την καθοριστική επιρροή των κυρίαρχων δομών πάνω στα υποκείμενα που δρουν εσωτερικά. Από την άλλη, η διάχυτη απαισιοδοξία και απόγνωση, σκιαγραφούν την μοναδικότητα της καφκικής σύλληψης της εξουσίας. Το κράτος είναι μια αόρατη και αήττητη σκοτεινή δύναμη που αποκρούει κάθε εκ των έσω αντιπαράθεση. Τα ζεύγη εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου, επιβολής-υποταγής και ανώτερου- κατώτερου διατρέχουν όλο το διήγημα, στο οποίο παρουσιάζεται ένα κέντρο εξουσίας, που συμβολίζεται με το δικαστήριο να διαπερνά το κοινωνικό όλο κάθετα και οριζόντια. Πρόκειται για μια αποκεντρωμένη εξουσία με μεγάλη παρεμβατικότητα και πλείστους κόμβους άρθρωσης.
Το στοιχείο αυτό, δηλαδή το πώς κεντροθετείται η εξουσία στο έργο του, συγκέντρωσε την προσοχή μεγάλων στοχαστών, όπως του Τέοντορ Αντόρνο, που έγραψε χαρακτηριστικά πως «Το πιο μεγάλο κομμάτι του έργου του είναι μία απεριόριστη αντίδραση στην εξουσία», του Βάλτερ Μπένγιαμιν, που έγραψε ότι «ανέδειξε την πτυχή της παρασιτικής εξουσίας, αυτής που ζει από αυτούς που καταπιέζει», ενώ και ο Ελίας Κανέττι επισήμανε ότι ο Κάφκα «έχει αναπαραστήσει την εξουσία από όλες της τις πλευρές».
Κεντρική θέση καταλαμβάνει η έγκληση του ήρωα ως υποκείμενο. Βρίσκεται υπόδικος χωρίς καμία προφανή αιτία. Απολογείται στους πάντες, από τις γραφειοκρατικές δομές μέχρι και σε απλούς χωρικούς και κατατρύχεται από ακατάπαυστο άγχος και ενοχή. Είναι a priori ένοχος δίχως να του απαγγελθεί καμία κατηγορία. Φτάνουμε ,έτσι, στο σημείο απορρόφησης ολόκληρης της ατομικότητας από την κρατική μηχανή.
Λίγο πριν από το τέλος, παρεμβάλλεται το διήγημα «Μπροστά στην πύλη του Νόμου». Εκεί,ένας χωρικός πλησιάζει την πύλη με την ελπίδα να μπει, ο φύλακας όμως του απαγορεύει την είσοδο δίχως να του κάνει σαφές ότι θα τον εμποδίσει έμπρακτα αν προσπαθήσει να εισέλθει. Με πολυάριθμες προσπάθειες, τεχνάσματα και δωροδοκίες, περνάνε τα χρόνια και ο γέρος και αδύναμος χωρικός, λίγο πριν πεθάνει, ρωτά το φρουρό γιατί κανείς άλλος δε ζήτησε να περάσει μέσα και αυτός αφού του απαντά ότι η πύλη προοριζόταν μόνο για τον ίδιον, την κλείνει μια για πάντα. Έχει παρατεθεί η άποψη από τον Τζ.Αγκάμπεν πως το εν λόγω διήγημα συνιστά μια μικρογραφία του βασικού αναθέματος. «…η ισχύς του Νόμου εντοπίζεται ακριβώς στην αδυναμία εισόδου στο ήδη ανοιχτό […] Ο χωρικός δε δύναται να εισέλθει γιατί οντολογικώς είναι αδύνατο να εισέλθουμε στο ανοιχτό πεδίο […] Η ανοιχτή πόρτα, η οποία προορίζεται μόνο για τον ίδιο, τον περιλαμβάνει αποκλείοντάς τον, τον αποκλείει περιλαμβάνοντάς τον. Και αυτή ακριβώς είναι η κορύφωση, η υπέρτατη πληρότητα και η πρωταρχική ρίζα κάθε νόμου».
Σε τελευταίο στάδιο, κρίνεται κρίσιμη η εξέταση κάποιων βιογραφικών στοιχείων του συγγραφέα ή «της προσωπικής του ιστορίας» κατά τον Φουκώ, ώστε να επιτευχθεί μια όσο το δυνατόν σφαιρικότερη προσέγγιση. Βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Κάφκα υπήρξαν η μοναχικότητα, σε σημείο ζωτικής ανάγκης του για συχνή απομόνωση και αυτοπεριθωριοποίηση, καθώς και ο πεσιμισμός, που καταλήγει σε υπέρτατη απόγνωση και μοιρολατρία. Τα στοιχεία αυτά μπορούν να αποδοθούν σε κάποιο βαθμό στην κοινωνική απομόνωση του ήρωα ως μέλους της εβραϊκής κοινότητας και σε μεγαλύτερο βαθμό στην προβληματική σχέση που είχε διαμορφώσει με τον πατέρα του. Ο Κάφκα φτάνει σε σημείο να εξαρτά τις κινήσεις του από το αυστηρό βλέμμα και κριτική του πατέρα του, ο οποίος συνιστά κυριαρχικό πρότυπο για την διαμόρφωσή του. Παλεύει ,συνεχώς, μάταια να αποσπάσει την προσοχή και την αναγνώριση. Μοτίβο που ανακυκλώνει σε πολλά διήγηματά του.

 Κάθε απόπειρα κριτικής ανάλυσης της Δίκης, όπως και των υπολοίπων έργων του Φ. Κάφκα, είναι εκ προοιμίου ατελής. Γι’ αυτό, εδώ και δεκαετίες σημειώνονται ετερόκλητες προσεγγίσεις, που εν τέλει επιβεβαιώνουν τον ανεξάντλητο και διαχρονικό χαρακτήρα του έργου.

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα [όταν οι καθηγητές μας θωρακίζουν την εκμετάλλευση]

Τί είναι αυτή η συνταγματική αναθεώρηση που προτείνουν οι καθηγητές; Η συνέχιση του εμφύλιου πολέμου των πλούσιων εναντίον των φτωχών, με άλλα νομικά και πολιτικά μέσα.
«Με πρωτοβουλία του Στέφανου Μάνου συγκροτήσαμε μια ομάδα εργασίας για να προτείνουμε ορισμένες συνταγματικές αλλαγές. Την ομάδα αποτέλεσαν, πέραν του Στέφανου Μάνου, οι Νίκος Κ.Αλιβιζάτος, Παναγής Βουρλούμης, Γιώργος Γεραπετρίτης, Γιάννης Κτιστάκις και Φίλιππος Κ.Σπυρόπουλος […] Ασμενώς αποδεχθήκαμε συμβιβασμούς, αφού οι πολιτικές και ιδεολογικές απόψεις μας έχουν διαφορετικές αφετηρίες και αναφορές. Άλλωστε, χωρίς έντιμους συμβιβασμούς η συζήτηση σε τέτοια θέματα δεν μπορεί να προχωρήσει. Σε αυτό το πνεύμα, πορευτήκαμε σε έναν ανοιχτό διάλογο, χωρίς προσήλωση σε στερεότυπα και χωρίς παρωπίδες» (5)
Με πρωτοβουλία του «νεοφιλελεύθερου» Στέφανου Μάνου, ο αριστερών καταβολών Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, o Γ. Γεραπετρίτης και o Φίλιππος Σπυρόπουλος,  καθηγητές μας στη Νομική Αθηνών, κατέθεσαν μεταξύ άλλων πρόταση για ένα «καινοτόμο Σύνταγμα» μέσω της εφημερίδας Καθημερινή. Σε πνεύμα μετα-ιδεολογικής συμφωνίας, εμφανίζοντας το προφίλ της υπέρβασης των πολιτικών διαφορών και των συγκυβερνήσεων, εκείνων που «δεν έχουν παρωπίδες», παρουσιάζουν λοιπόν μια πρόταση για συνταγματική αναθεώρηση. Γιατί;
«Το ισχύον Σύνταγμα άντεξε τη δοκιμασία των Μνημονίων. Για τη χρεοκοπία της Χώρας, όμως, που έφεραν τα Μνημόνια, φταίει και το Σύνταγμα. Γι’ αυτό έχει ωριμάσει το αίτημα για μια τολμηρή αναθεώρηση, που θα θέσει τέρμα στα κακώς κείμενα και θα διευκολύνει την έξοδο της Χώρας από τη κρίση και, πιο μακροπρόθεσμα, την ανάκαμψη».
Ο λόγος που προτείνουν το Σύνταγμα οι καθηγητές, είναι, ρητά, να εκσυγχρονίσουν θεσμικά τον ελληνικό καπιταλισμό, ώστε να ξεπεράσει τη κρίση του. Κατά κύριο λόγο, λοιπόν, η συνταγματική αναθεώρηση είναι εργαλείο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ίσως και το Σύνταγμα, τελικά, από τη στιγμή που δεν θεμελιώνεται σε κάποιον ανώτερο νόμο, θεμελιώνεται αναγκαστικά σε κάτι εξω-νομικό, που λέγεται «καπιταλιστική οικονομία».
Ποτέ δεν ακούσαμε και δεν θα ακούσουμε κάτι τέτοιο στα φοιτητικά αμφιθέατρα!!!
Ας Σταχυολογήσουμε όμως μερικά σημαντικά από όσα γράφουν (σελ. 6 και επ.):
1.       «Ελευθερία-Ισότης-Αδελφότης (=Δημοκρατία-Κράτος Δικαίου-Κοινωνικό Κράτος)»
2.       «Προς αποτροπή της ακυβερνησίας εισηγούμεθα να μετατεθεί το κέντρο βάρους της νομοθέτησης από τη Βουλή στην Κυβέρνηση. Η νομοθέτηση θα γίνεται με κανονιστικές πράξεις της διοίκησης, βάσει νόμων-πλαισίων, οι εξουσιοδοτήσεις των οποίων δεν θα περιέχουν χρονικούς περιορισμούς».
3.       «Αδυναμία εκλογής του Προέδρου (σ.σ Προέδρου της Δημοκρατίας) δεν προβλέπεται, άρα ούτε διάλυση της Βουλής λόγω της αδυναμίας αυτής»
4.       «Για την καταπολέμηση του πελατειακού συστήματος, η πρότασή μας εισάγει απόλυτο ασυμβίβαστο μεταξύ της βουλευτικής και της υπουργικής ιδιότητας, αλλά και κώλυμα εκλογιμότητας των διατελεσάντων Υπουργών στις αμέσως επόμενες εκλογές».
5.       «Με δικαστική απόφαση θα πρέπει να καθίσταται δυνατή η απαγόρευση της συμμετοχής στις εκλογές πολιτικού κόμματος η ηγεσία του οποίου παροτρύνει συστηματικά ή ανέχεται τη χρήση βίας»
6.       «Η πρότασή μας αποσκοπεί περαιτέρω στη διασφάλιση της ορθολογικής διοίκησης και διαχείρισης, με την εισαγωγή δημοσιονομικών κανόνων σε όλα τα επίπεδα της κρατικής οργάνωσης για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και περιορισμένο δανεισμό. Η εισαγωγή των κανόνων αυτών, εκτός από την αυτονόητη αξία τους για τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση, συνιστά υποχρέωση της Χώρας μας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα οικονομικά του Δημοσίου θα ελέγχονται από ανεξάρτητο φορέα με υψηλές εγγυήσεις και κύρος, την Ελεγκτική Αρχή.
7.       «Επιδιώκουμε τη διασφάλιση της αξιοκρατίας και της διαφάνειας στη δημόσια διοίκηση και προβλέπουμε ένα ανώτατο δημοσιοϋπαλληλικό σώμα, κατά τα πρότυπα ανεπτυγμένων διοικητικών συστημάτων, που θα μπορεί, με τρόπο ευέλικτο και αποτελεσματικό, να διαχειρίζεται κρίσιμη ύλη της διοικητικής λειτουργίας του Κράτους»
8.       «Επιδιώκουμε επίσης την επιβολή ενός ασφαλούς φορολογικού και επενδυτικού περιβάλλοντος»
9.       «Η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος απλουστεύεται, ώστε να καθίσταται εφικτή η προσαρμογή του Συντάγματος στις μεταβαλλόμενες συνθήκες»
10.   «Εισηγούμεθα την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου […] έτσι ώστε το Κράτος μας όχι μόνο να είναι, αλλά και να φαίνεται ως «κοσμικό κράτος».
11.   «Εισηγούμεθα επίσης τη δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων και την εισαγωγή κινήτρων για εγκατάσταση παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων. Ο στόχος του κοινωνικού κράτους διατηρείται, αν και καταργείται η λεπτομερειακή απαρίθμηση των επιμέρους κοινωνικών δικαιωμάτων, που δεν διασφάλισε την ουσιαστική τους πραγμάτωση.
12.   «Τέλος, η πρότασή μας τάσσεται υπέρ της προστασίας όλων των περιουσιακών δικαιωμάτων, και όχι μόνο των εμπράγματων, και αποτολμά να αναγνωρισθεί ως δικαίωμα, παράλληλα με την απεργία, και η ανταπεργία (σ.σ το εργοδοτικό lock out). Θεωρεί πάντως αδιανόητη την παρακώλυση με οποιονδήποτε τρόπο της συνεχούς και αδιάλειπτης απονομής της δικαιοσύνης και επομένως είναι άτεγκτη έναντι κάθε μορφής απεργίας ή αποχής»

Ξεκινώντας από τα βασικά, σε αντίθεση με ό,τι γράφουν οι καθηγητές:  
-H Ελευθερία δεν ταυτίζεται με τη «Δημοκρατία», και ειδικά με την καπιταλιστική, κοινοβουλευτική-αντιπροσωπευτική, δίχως πληρεξουσιότητα των αντιπροσώπων, δημοκρατία. Ελευθερία είναι ελευθερία πράξης, κίνησης, σκέψης, λόγου. Αν δεν μπορείτε να το υλοποιήσετε, μην μιλάτε για αυτό. Και «δημοκρατία» χωρίς δούλους δεν υπήρξε σχεδόν ποτέ, δούλους σε σκλαβοπάζαρα ή μισθωτούς δούλους των αφεντικών ή φαντάρους-δούλους να σκοτώνουν τους λαούς. Μόνο τότε υπήρξε, όταν οι άνθρωποι φτιάξανε οργανωμένες κοινότητες δίχως κράτος.
Ισότητα δεν ταυτίζεται με την νομική ισότητα του «Κράτους Δικαίου» , αλλά με την ισότητα των βιοτικών συνθηκών όλων των ανθρώπων, που δικαιούνται, μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι, να έχουν φαί, στέγη, ελευθερία κίνησης στο χώρο. Και χωρίς να εργάζονται, μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι και έχουν την «ελευθερία του λόγου», πρέπει, και χωρίς ξαναλέμε να εργάζονται, να μπορούν να υπάρχουν. Τεχνολογία και πλούτος υπάρχει για αυτό, μόνο που βρίσκεται σε λάθος χέρια. Και αν μας λένε ότι δεν γίνεται αυτό, ας το αποδείξουν: αυτοί που εχθρεύονται τη πραγματική ελευθερία και τη πραγματική ισότητα έχουν το βάρος της απόδειξης.
Αδελφότητα, είναι, λέει, το «κοινωνικό κράτος». Έτσι για να τσιμπήσουν οι αφελείς, οι αδαείς, και μερικοί δήθεν «φιλάνθρωποι». Η αδελφότητα, ξέρουν εμείς, είναι μια σχέση αμοιβαιότητας μέσα σε κάτι που αντιλαμβάνεσαι ως οικογένεια. Αδελφότητα πρέπει να χαρακτηρίζει την ανθρώπινη κοινότητα, ντόπιων και μεταναστών, των εθνών και των πολιτισμών, υπό τον όρο ότι υπάρχει αμοιβαία κατανόηση και συνύπαρξη. Όσοι δεν έχουν ασφάλιση, δεν έχουν  πρόσβαση στο «κοινωνικό κράτος», ντόπιοι και μετανάστες. Αυτό δεν λέγεται «αδελφότητα», αυτό λέγεται: «σου δίνω ένα φιλοδώρημα επειδή είσαι έλληνας πολίτης και πληρώνεις φόρους, αντί να τα παίρνω όλα εγώ, ο ισχυρός».
Οι καθηγητές, αν δεν θέλουν να φορούν «παρωπίδες», καλό θα ήταν να μην προχωρούν με ιδεοληπτικούς, υποχρεωτικούς ορισμούς της «ελευθερίας», της «ισότητας» και της «αδελφότητας». Ας μην ξεχνάμε, βέβαια, ότι τα κυρίαρχα Συντάγματα είναι κατεξοχήν οι θεσμικές παρωπίδες του πολιτεύματος, που προστατεύουν το πολιτικό και οικονομικό καπιταλιστικό σύστημα από κάθε πράξη και λόγο που ξεφεύγουν από τα στενά του πλαίσια.
Κυβέρνηση που θα νομοθετεί συνέχεια και πέρα από τη Βουλή, υπουργοί-τεχνοκράτες πέρα από τη Βουλή, σταθερότερο πολιτικό σύστημα χωρίς διάλυση της Βουλής λόγω εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, με απαγόρευση των κομμάτων που καλούν ή «ανέχονται» τη βία, ασφαλές φορολογικό και επενδυτικό περιβάλλον και διαρκής έλεγχος «ισοσκελισμένων προϋπολογισμών» στα οικονομικά του «Δημοσίου» (ορθότερα, του Κράτους),  συνταγματική θεσμοθέτηση του εργοδοτικού lockout της ανταπεργίας έναντι των εργαζομένων, ιδιωτικά πανεπιστήμια, «άτεγκτη» αντιμετώπιση της αποχής των δικηγόρων για την υπεράσπιση των αιτημάτων τους, κατάργηση κάθε συνταγματικής αναφοράς στα επιμέρους κοινωνικά δικαιώματα, και άλλα πολλά.
Τί είναι όλα αυτά; Με απλά λόγια, στροφή σε μια πιο τεχνοκρατική, δήθεν υπερπολιτική διακυβέρνηση, όμως βαθιά πολιτική αφού παίρνει ακόμα πιο κυνικά θέση υπέρ των ισχυρών, των επιχειρηματιών, απέναντι στους εργαζομένους και τη πληττόμενη νεολαία. Πολιτική εξαφάνιση κάθε κόμματος που επιθυμεί να κατέβει στις εκλογές και νομιμοποιεί ή «ανέχεται» τη βία. Εναρμόνιση της έννομης τάξης με τη διεθνοποιημένη καπιταλιστική επίθεση. Τυποποίηση του σύγχρονου επιχειρηματικού κράτους ενάντια σε κάθε προσπάθεια πραγματικής, δηλαδή και οικονομικής, δημοκρατίας.
Και όλα αυτά στο όνομα της «Χώρας» που πρέπει να ξεπεράσει τη κρίση.
Οι μεγαλοκαθηγητές μας δηλώνουν πως επιθυμούν να βγει «η Χώρα» από τη κρίση, ωστόσο, σύμφωνα με την έκθεση της Wealth-X, μόνο το 2014 ο αριθμός των πολύ πλουσίων ατόμων στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 565, αύξηση 60 περισσότερων σε σχέση με το 2013-ήτοι κατά 16,7% περισσότερο.
Εμείς δεν βλέπουμε τη «Χώρα» να μπορεί να «ανακάμψει». Βλέπουμε κάποιους και κάποιες να μην τους αγγίζει η κρίση, ενώ άλλους και άλλες τους χτυπά αλύπητα-απολύσεις, εξώσεις, ανεργία, εργοδοτική τρομοκρατία, μετανάστευση. Βλέπουμε αυτή η «Χώρα» να είναι ένα απέραντο στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταναστών, αλλά και ντόπιων αποκλεισμένων, νέων με κατάθλιψη, εργαζομένων απίστευτα αγχωμένων και τρομοκρατημένων, γηραιότερων που δεν έχουν λεφτά να πάρουν ούτε φάρμακα.
Ακούστε το καλά, η παγκόσμια κρίση που ξεκίνησε το 2008, δεν θα ξεπεραστεί τα επόμενα πολλά χρόνια. Είμαστε στον 8ο χρόνο, και όπως προβλέπουν ΔΝΤ και ΟΟΣΑ, έχουμε πολύ ακόμα.
Ο παγκόσμιος, δυτικός και ελληνικός πόλεμος των από πάνω με τους από κάτω, δεν θα λυθεί με αυτή τη συνταγματική πρόταση, ούτε θα καλυτερέψει η ζωή μας. Κάθε άλλο, το νέο Σύνταγμα, όπως και αν προκύψει από τη συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-Ν.Δ-Καθηγητών, θα καλυτερεύσει μόνο τη ζωή των αφεντικών.
Η βασική ΑΝΤΙΝΟΜΙΑ κάθε αστικού Δικαίου, βρίσκεται ανάμεσα α) στην αφηρημένη, καθολική μορφή, που υποτίθεται τους αφορά εξίσου όλες και όλους, και β) τα συγκεκριμένα οικονομικά και άλλα συμφέροντα, που επιβάλλονται πάνω στα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα. Ανάμεσα στο «Δίκαιο» ως φορμαλισμό και τη συγκεκριμένη, με βιώματα και πόνο, κοινωνία.
Δικηγόρος χωρίς τοποθέτηση σε κοινωνικό στρατόπεδο, δεν υπάρχει. Αναπαραγωγή του δικαίου της εκμετάλλευσης, ή το δικαίωμα της αντίστασης στο σύστημα εκμετάλλευσης; 
Καθένας και καθεμία μας καλείται να διαλέξει, μέσα στις πολύμορφα εμπόλεμες καταστάσεις που σχεδόν, ή απολύτως κυριολεκτικά, ζούμε.


Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Αποτελέσματα φοιτητικών εκλογών

ANTINOMIA-EAAK
Στις 18 Μάη, πραγματοποιήθηκαν οι φοιτητικές εκλογές πανελλαδικά. Τα αποτελέσματα για το δικό μας φοιτητικό σύλλογο διαμορφώθηκαν ως εξής:

ΔΑΠ-ΝΔΦΚ: 295 (32,1%)
ΡΑΠαΝ-ΣΑΦΝ [εαακ], ΑΡΕΝ, ΑΡΔΙΝ: 269 (29,3%)
ΠΚΣ: 143 (15,6%)
ΑΦΚ: 88 (9,6%)
Αντινομία εαακ: 59 (6,4%)
ΠΑΣΠ: 21 (2,3%)
Αγωνιστικές Κινήσεις: 15 (1,6%)
Bloco: 7 (0,76%)
Άκυρα: 26
Λευκά: 22

Καταρχάς, ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η ενίσχυση του ρεύματος της απάθειας, της διάλυσης και της αποσυγκρότησης των φοιτητικών και σπουδαστικών μας συλλόγων που εκφράστηκε μέσα από τη μεγάλη αποχή. Είναι σαφές ότι το ρεύμα αυτό της απογοήτευσης, που δεν βρίσκει νόημα στη συμμετοχή στο μαζικό κίνημα οδηγεί με γοργούς ρυθμούς στην αποσυγκρότηση των συλλογικών διαδικασιών και στη διάλυση των συλλόγων, του οχήματος υπεράσπισης της πληττόμενης φοιτητικής  πλειοψηφίας. Το ρεύμα αυτό για ακόμη μια χρονιά βγαίνει ενισχυμένο και αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο την έλλειψη έκφρασης μιας μεγάλης πλειοψηφίας της νεολαίας, αλλά και την αδυναμία να δούμε τον εαυτό μας ως μέρος και οδηγό της πάλης για ένα καλύτερο μέλλον. Η αποτύπωση αυτή είναι για εμάς το κύριο μήνυμα των εκλογών, μια κατάσταση που θα πρέπει να ιεραρχηθεί ψηλά από τις δυνάμεις μας και να αντιμετωπιστεί, ώστε η απογοήτευση και η αποχή να μετατραπούν σε δύναμη ανατροπής και οργανωμένης πάλης.

Η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ σημείωσε φέτος ραγδαία πτώση αποτυπώνοντας την απαξίωση της νεολαίας από τη μία στις μνημονιακές πολιτικές και  από την άλλη την βαθιά κρίση στο εσωτερικό της ΟΝΝΕΔ που φανερώνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι η αστική πολιτική που παλεύει να εκφραστεί στις σχολή μας δεν είναι τίποτε άλλο από ένα αέναο κυνήγι «καρεκλών» στον σωλήνα της πολιτικής ανέλιξης στο εσωτερικό της ΟΝΝΕΔ, μια πολιτική που τελικά στόχο έχει την επίθεση στην εργαζόμενη και σπουδάζουσα νεολαία και την κατακρήμνιση των δικαιωμάτων της.

Η ΑΦΚ επίσης καταποντίστηκε αποδεικνύοντας ότι το ρεύμα της απολίτικης καταγγελιολογίας στις παρατάξεις, ο τεχνοκρατικός λόγος σχετικά με τις διαδικασίες του φοιτητικού συλλόγου χωρίς να περιβάλλεται από μια συγκροτημένη πολιτική λογική, αλλά και η δεξιά λογική ατομισμού και κανιβαλισμού που εκφράζει αυτό το ρεύμα περιθωριοποιήθηκε από τον Φ.Σ Νομικής. Επίσης, η κυβερνητική παράταξη του BLOCO  καταποντίστηκε κι έτσι εκφράστηκε η βαθιά καταδίκη της νεολαίας στην πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.

ΠΚΣ είχε πτώση στο απόλυτο και μικρή αύξηση ποσοστιαία εκφράζοντας ένα ρεύμα μειωμένης αγωνιστικότητας, κομματικής οικοδόμησης και εν τέλει χαμηλών προσδοκιών εντός της νεολαίας. Με το δικό τους τρόπο υπηρετούν μία λογική  αναμονής και μειωμένης διεκδικητικότητας, ενώ στη σημερινή κατάσταση, με την έντονη απογοήτευση και την αδράνεια, αδυνατούν να περιγράψουν ένα πολιτικό και κινηματικό σχέδιο ανάτασης.

Η εκλογική συνεργασία ΡΑΠΑΝ-ΑΡΕΝ-ΑΡΔΙΝ παρ’ όλο που κατέγραψε μια δυναμική μέσα στο σύλλογο κατάφερε να συγκεντρώσει πολύ λιγότερο από το άθροισμα των περσινών ποσοστών των δυνάμεων αυτών στις φοιτητικές εκλογές, αποδεικνύοντας με τον πιο περίτρανο τρόπο ότι οι εκλογικές συνεργασίες που  γίνονται σε θολή αντιμνημονιακή κατεύθυνση δεν μπορούν να πετύχουν τίποτε άλλο παρά μια κλειστή ένωση της οργανωτικής δύο διαφορετικών χώρων, καθώς τα μειωμένα τους αιτήματα δεν μπορούν να συνολικοποιήσουν την οργή του κόσμου. Είναι προφανές ότι χρεώθηκε το ρεύμα του ΣΥΡΙΖΑ που είχε στηρίξει τις δυνάμεις αυτές στις περσινές φοιτητικές εκλογές, αλλά φέτος καταδίκασε την κυβερνητική πολιτική, απέχοντας.

Η ΑΝΤΙΝΟΜΙΑ-ΕΑΑΚ είναι η μόνη δύναμη που διατήρησε τις δυνάμεις της με αυξημένο ποσοστό μάλιστα σε σχέση με πέρσι. Είναι σαφές, λοιπόν, το μήνυμα προς άπαντες ότι η αντικαπιταλιστική αριστερά στη Νομική είναι δυναμικό ρεύμα και θα συνεχίσει να παλεύει για τις ανάγκες της πληττόμενης πλειοψηφίας ενάντια σε δεξιά και αριστερά κυβερνητικά σχέδια, σπάζοντας την απάθεια και την αναμονή, ενάντια σε λογικές συνδιαχείρισης και υποταγής. Είναι η αριστερά που δεν μασάει στα δύσκολα και δεν μεγαλοπιάνεται στα εύκολα. Είναι η αριστερά που δεν «καθοδηγείται» από  την ηττοπάθεια και τον συμβιβασμό αλλά από την αισιοδοξία ότι το φοιτητικό κίνημα μπορεί να βγει στο προσκήνιο έχοντας επίγνωση της ευθύνης, αλλά και της ομορφιάς να ανήκει ένας χώρος σήμερα στην επαναστατική αριστερά και να παλεύει καθημερινά για την αλλαγή της κοινωνίας.

Από τους αγώνες που έδωσε το σχήμα μας καθημερινά όλη τη χρονιά ενάντια σε περιστατικά καθηγητικής αυθαιρεσίας, βλ. Τσακυράκη, Ρούσσο, τη στήριξη της συνέλευσης του πρώτου έτους που είχε μεγάλη μαζικότητα και έδωσε λόγο στους ίδιους τους φοιτητές να συζητήσουν από τα κάτω τα προβλήματά τους και να έχουν κατακτήσεις, ως τη συμμετοχή μας στο Συντονισμό για το προσφυγικό- μεταναστευτικό και στις δομές αλληλεγγύης των Εργατικών Λεσχών, το σχήμα μας βρέθηκε στην πρώτη γραμμή, παλεύοντας συνολικά την επίθεση του κεφαλαίου στην πληττόμενη κοινωνική πλειοψηφία. Με γνώμονα αυτό συνεχίζουμε να βαδίζουμε σε αχαρτογράφητα μονοπάτια κόντρα σε δύσκολους καιρούς, μα με την πίστη ότι το τέλος της ιστορίας θα γραφτεί από εμάς.

Γιατί, «αν έχουμε μια ελπίδα την χρωστάμε σε αυτούς που δεν έχουν καμιά
Αν ζούμε, ζούμε για να πατήσουμε πάνω στα κεφάλια των βασιλιάδων»