Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Κατερίνα Γώγου: Η ποιήτρια δύο γενεών

Η ποιήτρια του δρόμου. Αυτός είναι ο χαρακτηρισμός που αρμόζει στην Κατερίνα Γώγου. Εκεί, στην Πατησίων. Πάνω-κάτω. Άλλοτε μόνη, άλλοτε με συντρόφους. Ευαίσθητη, αλλά στεκόταν μπροστά στον αόρατο εχθρό που στόχευε στο μυαλό. Δεν ξεπούλησε το τομάρι της και «έφυγε»  με την ελπίδα ότι «θα την αλλάξουμε τη ζωή!/Παρ” όλα αυτά Μαρία».
Παρούσα
Η Κατερίνα Γώγου είναι ο συνδετικός κρίκος δύο γενεών. Αυτής που νίκησε και ηττήθηκε και αυτής που προσπαθεί να νικήσει την ήττα της προηγούμενης. Ναι, τη δική μας εννοώ. Αυτή που δεν ξέρει πώς να απεγκλωβιστεί από τα δεσμά της ηττοπάθειας και δέχεται απανωτά χτυπήματα από την αστική τάξη. Ευτυχώς, η Γώγου είναι και σήμερα παρούσα. Με τα ποιήματά της. Όπως ήταν και στο χθες που μας κατατρύχει σήμερα. Ναι, δεν αρκούν λίγοι στίχοι για να έρθει η μεγάλη νίκη, όμως αρκούν για να σε κρατήσουν ξύπνιο. Έτοιμο, υποψιασμένο, αφού, όπως μας προειδοποιεί-συμβουλεύει: «Στο μυαλό είναι ο στόχος» 
gogou2
Ήθελε να ζήσει τη ζωή και όχι τον σκοπό της
Η Γώγου ανήκει στη γενιά των ποιητών της δεκαετίας του ’70. Ιδανικό χρονικό πλαίσιο για να εκδηλωθεί το ποιητικό της έργο. Το πρωτογενές υλικό των νεανικών-εφηβικών της χρόνων θα «πιαστεί» από τις σπίθες των εξεγερτικών στιγμών που ακολούθησαν. Ο ποιητής πρώτα βιώνει και μετά γράφει και η Γώγου δεν αποτελεί εξαίρεση. Το βίωμα στον ποιητή μένει. Δεν φεύγει την ίδια στιγμή που μας βρίσκει. Φτιάχνει φωλιά στα σωθικά και περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία για να μεταμορφωθεί σε ποιητικό αναγεννησιακό λόγο.
Γεννήθηκε 1 Ιουνίου 1940 στην Αθήνα. Τα πρώτα της χρόνια μύριζαν μπαρούτι και το φως περνούσε μέσα από τη χαραμάδα που άφηνε το έρεβος εκείνης της περιόδου. Ο πατέρας αυστηρός απέναντι της, αλλά η θέλησή της να σπουδάσει υποκριτική πραγματοποιείται. Σπουδάζει στη σχολή του Τάκη Μουζενίδη. Πρωτοεμφανίζεται στο θέατρο με τον θίασο του Ντίνου Ηλιόπουλου. Καλή ηθοποιός που αναδείκνυε τους δεύτερους ρόλους στις ταινίες του Φίνου. Σε όσες ήταν πρωταγωνίστρια ξεχώρισε. Πήρε το βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τον ρόλο της στο «Το βαρύ πεπόνι». Στην «Παραγγελιά»δεσπόζει ως ιδιότυπος αρχαίος χορός.
tas-2-thumb-large
Η Γώγου, όμως, δεν θα αρκούταν σε αυτού του είδους την έκφραση. Η ποίηση τής ταίριαζε καλύτερα. Ίσως, γιατί, όπως αναφέρει ο Ντοστογιέφσκι, ήθελε να ζήσει τη ζωή και όχι τον σκοπό της. Η ηθοποιία δεν την άφηνε να ανοίξει τους δρόμους που ήθελε. Ο μόνος τρόπος να τα πει χύμα ήταν ο δικός της λόγος. Και εκεί, στην ποίηση, έζησε και ζει η Κατερίνα Γώγου.
Η ποίηση της Κ.Γ
Η Γώγου κατάφερε να ξεφύγει από νόρμες, κανόνες, «πρέπει» και έγραψε τον πάνω στον δικό της λυρισμό. Η ποίησή της είναι ελεύθερη, σχεδόν αυτόνομη. Δεν οδηγείται όμως, μόνο από το πάθος και την οργή. Πάνω απ’ όλα είναι η ευαισθησία. Η ποιητική της περσόνα σπαράζει μαζί της και η διάθεση για σύγκρουση είναι αυτή που φέρνει την ισορροπία. Ο λόγος δεν είναι ΜΟΝΟ καταγγελτικός, δεν είναι ΜΟΝΟ αποκαλυπτικός, δεν είναι ΜΟΝΟ σπαρακτικός. Είναι ουμανιστικός-ανατρεπτικός που επηρέαζε και επηρεαζόταν. Η ποιητική υπόσταση της Γώγου διαπλεκόταν με αυτήν της ακτιβίστριας, της αγωνίστριας, του ανθρώπου που πήγαινε ενάντια στο σύστημα.
Οι στίχοι της είναι σκληροί και όταν ακουμπούν στην ανθρώπινη επιφάνεια εκρήγνυνται. Εκεί στοχεύει. Σαν να θέλει να αποκρούσει-προστατέψει τον άνθρωπο από τα ύπουλα χτυπήματα.
Γράφει:
«Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά/σε κανονισμένες απεργίες/ρουφιάνους και περιπολικά»
Συλλαμβάνει τον κόπο και την αγωνία εστιάζοντας σε αυτό που μένει μετά από έναν χαμένο αγώνα. Τονίζει την ψυχική απόληξη ενός σώματος και μιας ψυχής που έχει εξουθενωθεί για το τίποτα. Γι” αυτό και ακολουθεί η αποδόμηση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και των κατασταλτικών μέσων.
gogou3
Η Γώγου έγραφε αδιαμεσολάβητα. Αυτό που σκεφτόταν το αποτύπωνε. Κατά κάποιον τρόπο έχουμε τη δική της «αυτόματη γραφή». Η «μετάφραση» των εικόνων που λάμβανε δεν χωρούσε δεύτερες σκέψεις. Δεν την ένοιαζε η σύνταξη και το μέτρο. Να εκφραστεί ήθελε, δίχως να κάνει την παραμικρή παραχώρηση σε αξίες, ήθος, συναίσθημα. Οι στίχοι σμιλεύονταν πάνω σε αυτές τις βάσεις. Η φωνή της Γώγου τούς έδινε το τελικό σχήμα και τους τοποθετούσε στο κατάλληλο πλαίσιο. Κατάφερνε να ελέγξει το αυθόρμητο και την ένταση του θυμικού. Γι” αυτήν ήταν το καταφύγιο και το εφαλτήριο της.
Παρ” όλα αυτά, ασφυκτιούσε. Οι εποχές ήταν ζόρικες. Οι καιροί οπισθοδρομούσαν. Προσδοκίες, ελπίδες, διαψεύδονταν και μερικές φορές δεν αρκούσε η ποίηση. Οι μεταπτώσεις της εμφανείς και στα ποιήματα. Μολαταύτα, πόσες φορές να σε σώσει ένας στίχος, μια σκέψη περασμένη στο χαρτί; Η πραγματικότητα ήταν αδυσώπητη και γι” αυτήν δυσβάσταχτη. Τόσο που δεν άντεξε. Η μοναξιά που δεν βιώνεις σε πρώτο χρόνο, αλλά την αισθάνεσαι, ήταν το τσεκούρι που γυρνούσε πάνω και από το δικό της κεφάλι και απέφυγε τη σύγκρουση με την σκουριασμένη λεπίδα. Αυτοκτόνησε στις 3 Οκτωβρίου 1993.
Έργα της ίδιας:
-Τρία κλικ αριστερά, Εκδόσεις Καστανιώτη
-Ιδιώνυμο, Εκδόσεις Καστανιώτη
-Το ξύλινο παλτό, Εκδόσεις Καστανιώτη
-Απόντες, Εκδόσεις Καστανιώτη
-Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών, Εκδόσεις Καστανιώτη
-Νόστος, Εκδόσεις Λιβάνη
Μεταθανάτιες εκδόσεις:
-Με λένε Οδύσσεια, Εκδόσεις Καστανιώτη
-Νόστος, εκδόσεις Καστανιώτη
-Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε, Εκδόσεις Καστανιώτη
 Βιβλία για την Κ.Γ:
 -Κατερίνα Γώγου: Έρωτας Θανάτου, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος
 Συμμετοχή σε συλλογικά έργα:
 -Ποιητές στη σκιά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης
Πηγή
-toperiodiko.gr



25 ΜΑΪΟΥ
                                     Κατερίνα Γώγου
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι από τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα
–αυτά που μ’ άφησαν–
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας «φασίστες!»
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ’ ανοίξω την πόρτα
και είναι –όχι πως φοβάμαι–
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
– γιατί εγώ δεν πρόλαβα–
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
«έτσι» «αόριστα»
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ’ όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό –μην τους πιστέψεις!–
Προβοκάτορας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου