Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Αφιέρωμα στον Τσε Γκεβάρα


Στις 9 Οκτώβρη συμπληρώθηκαν 47 χρόνια από τη δολοφονία του κομαντάντε Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Το 1967, τον εκτέλεσε με εννέα πυροβολισμούς ο υπαξιωματικός του βολιβιανού στρατού Μάριο Τεράν.

# Τσε Γκεβάρα: Δε βλέπω το θάνατό μου ως μια αποτυχία

Πριν από λίγο καιρό - πριν από αρκετό καιρό, μάλλον - ένας νεαρός Κουβανός ηγέτης μού πρότεινε να προσχωρήσω στο κίνημά του, ένα κίνημα που στόχευε στην ένοπλη απελευθέρωση της χώρας του. Όπως ήταν φυσικό, δέχτηκα..." Eρνέστο "Τσε" Γκεβάρα ντε λα Σέρνα (1928-1967)

" ...Αφοσιώθηκα στη φυσική προετοιμασία των νεαρών ανταρτών που θα επέστρεφαν στην Κούβα, διατηρώντας την αίγλη της επαγγελματικής μου κατάρτισης, για τους λίγους μήνες που απέμεναν. Στις 21 Ιουλίου (ενώ έλειπα έναν ολόκληρο μήνα από το σπίτι μου, διότι βρισκόμουν σε ένα ράντσο έξω από την πόλη), ο Φιντέλ και μια ομάδα συντρόφων συνελήφθησαν.

Στο σπίτι του ανακάλυψαν κάποιο στοιχείο που πρόδιδε την ακριβή μας τοποθεσία, και έτσι κατάφεραν τελικά να μας συλλάβουν όλους μαζί. Είχα πάνω μου έγγραφα που αποδείκνυαν ότι ήμουν σπουδαστής στο Ινστιτούτο Πολιτιστικής Ανταλλαγής Μεξικού-Ρωσίας, στοιχείο που ήταν αρκετό ώστε να θεωρηθώ σημαντικός σύνδεσμος της οργάνωσης, ενώ πρακτορεία ειδήσεων, όπου είχε φίλους ο μπαμπάς, προκάλεσαν αναστάτωση σε όλο τον κόσμο. Όλα αυτά τα γεγονότα όμως συνθέτουν το παρελθόν.

Τα μελλοντικά γεγονότα διαιρούνται σε δύο κατηγορίες: στα μεσοπρόθεσμα και τα άμεσα. Στο μεσοπρόθεσμο μέλλον θα συνδέομαι με την απελευθέρωση της Κούβας. Και είτε θα θριαμβεύσω μαζί της είτε θα πεθάνω εκεί... Όσο για το άμεσο μέλλον, δεν μπορώ να πω και πολλά, καθώς δε γνωρίζω τι πρόκειται να μου συμβεί.

Βρίσκομαι στα xέρια των δικαστών, οι οποίοι θα μπορούσαν κάλλιστα να με απελάσουν και να με στείλουν στην Αργεντινή, αν δε μου δοθεί άσυλο από άλλη χώρα, γεγονός που θα βοηθούσε την πολιτική μου υγεία.

Ό,τι και να συμβεί, όμως, πρέπει να ακολουθήσω το νέο μου πεπρωμένο, είτε παραμείνω στη φυλακή είτε απελευθερωθώ...

Βρισκόμαστε πολύ κοντά σε κήρυξη απεργίας πείνας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στις άδικες συλλήψεις και τα βασανιστήρια στα οποία υποβλήθηκαν ορισμένοι από τους συντρόφους μας. Το ηθικό της ομάδας είναι ακμαίο.

Αν για οποιονδήποτε λόγο (που δεν πιστεύω ότι θα γίνει) δεν μπορέσω να σας ξαναγράψω και αποτύχω, κρατήστε αυτά τα λόγια μου ως αποχαιρετισμό - δεν είναι βέβαια μεγαλοπρεπής, διέπεται όμως από ειλικρίνεια.

Έζησα τη ζωή μου αναζητώντας σπασμωδικά την αλήθεια μου, και τώρα έχοντας βρει το δρόμο μου και με μία κόρη που θα διαιωνίσει τη μνήμη μου, έχω ολοκληρωθεί ως άνθρωπος.

Από δω και στο εξής, δε βλέπω το θάνατό μου ως μια αποτυχία, αλλά, όπως λέει και ο Χικμέτ: «Στον τάφο μου θα πάρω μόνο τη μετάνοια ενός ανολοκλήρωτου τραγουδιού»

(Aπόσπασμα από το βιβλίο Ο Φιντέλ Κάστρο μιλάει για τον Τσε, μετάφραση: Νικόλας Φουφούτης, επιμέλεια: Λία Τσακτσίρα, Εκδόσεις Μαλλιάρης Παιδεία, Έθνος 2008)




# Γιατί πέθανε ο Τσε. Του Ερνέστο Σάμπατο

Ο Ερνέστο Γκεβάρα δεν πέθανε για μιαν απλή ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των φτωχότερων λαών. Για μένα και πιστεύω για πολλούς, στην πραγματικότητα για εκατομμύρια πρόσωπα και κυρίως για τους νέους που θρήνησαν το τέλος του, πέθανε για ένα ιδανικό απείρως υψηλότερο, για το ιδανικό ενός Νέου Ανθρώπου.

Αυτό το ιδανικό προϋποθέτει προφανώς την πάλη ενάντια στην αθλιότητα των καταπιεζόμενων λαών. Αλλά προϋποθέτει επίσης -σε τελευταία και ίσως και σε πρώτη ανάλυση- και μια νέα μορφή συμβίωσης, μία κοινότητα στην οποία θα εξασφαλίζονται για όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις όχι μόνο τα υλικά αγαθά αλλά και μια αυθεντική επικοινωνία: μια κοινωνία, ένας βαθύτερος δεσμός ελεύθερων ανθρώπων, μια συνεργασία μεταξύ αυθεντικών προσώπων.

Όχι ένα σύμφυρμα μηχανών και συναθροισμένων υπάρξεων. Όχι μια νέα κοινωνία η οποία, αφού θα έχει προηγηθεί μια αιματηρή επανάσταση, θα καταλήγει να μας προσφέρει ένα είδος Βόρειας Αμερικής από την ανάποδη, χωρίς την ηγεμονία των καπιταλιστικών τραστ αλλά κυριαρχούμενη από τα παντοδύναμα εργαλεία μιας εξίσου απάνθρωπης γραφειοκρατικής δικτατορίας.

Ουσιαστικά, νομίζω ότι πάλεψε και πέθανε για μια συμβίωση στην οποία οι άνθρωποι θα είναι αληθινές ανθρώπινες υπάρξεις, με την υψηλότατη αξιοπρέπεια που τους ανήκει, απελευθερωμένοι επιτέλους όχι μόνο από την οικονομική αλλοτρίωση που προκαλείται από καθεστώτα εκμετάλλευσης, αλλά και από αυτήν την άλλη μορφή αλλοτρίωσης, την πιο λεπτή και τρομερή, επειδή είναι ικανή να επιβιώνει πολύ πιο πέρα από μια εσφαλμένη κοινωνική επανάσταση και που έγκειται στην επιστημονική αλλοτρίωση, αυτή την ίδια που μετασχηματίζει τον κόσμο σε έναν τερατώδη μηχανισμό από ρομπότ. (...)

)...) Ο θάνατός του, πράγματι, έχει αυτό το χαρακτήρα: έχει την αξία ενός συμβόλου. Και στην ορθολογιστική κοινωνία μας, που έχει πετάξει, ξεχάσει και περιφρονήσει τα σύμβολα, σε αυτή την κοινωνία στην οποία η αποτελεσματικότητα και η τεχνική έχουν γίνει περισσότερο πολύτιμες από το πάθος και τη θυσία, μπορούμε πράγματι να αποδώσουμε στον Γκεβάρα έναν απερίσκεπτο ρομαντισμό.

Αλλά είναι ακριβώς αυτός ο ηρωισμός, ακριβώς αυτή η ηρωική και μοναχική εικόνα που γεννάει την ελπίδα, το θάρρος και την πίστη σε εκατομμύρια γενναιόδωρους νέους σε όλες τις γωνιές της Γης.

Ας αφήσουμε τους Βορειοαμερικάνους να μιλούν για αποτελεσματικότητα. Ας αφήσουμε τον Μακναμάρα να μιλάει για το Βιετνάμ με όρους επιχειρηματικούς, υπολογίζοντας το κόστος σε δολάρια για κάθε Βιετκόνγκ που πεθαίνει για την πατρίδα του. Από τη δική του σκοτεινή σκοπιά αυτός είναι συνεπής, αφού σε τελευταία ανάλυση αυτός αποτελεί μέρος αυτού του παραδείγματος ποσοτικού πολιτισμού που εκπροσωπεί η χώρα του. Αλλά οι ηρωικοί Βιετναμέζοι δεν λειτουργούν με βάση μια τέτοια αριθμητική και δείχνουν με το ολοκαύτωμά τους ότι οι ανθρώπινες αξίες είναι ποιοτικού χαρακτήρα, ότι η πίστη είναι πιο ισχυρή από τον αριθμό των κανονιών. Ότι η ελπίδα είναι πιο δυνατή από την απληστία των εμπόρων. Ότι η αξιοπρέπεια είναι πιο ανθεκτική από το βρόμικο και αιματηρό πείσμα των επιχειρηματιών.

Για αυτούς τους λόγους λοιπόν και όποιες και αν ήταν οι αυταπάτες του ή οι θεωρίες του για την κατίσχυση των οικονομικών παραγόντων στην ιστορία, πιστεύω ότι η πάλη του Γκεβάρα ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσώπευε μια πάλη του πνεύματος ενάντια στην ύλη.

Και όπως στον προηγούμενο αιώνα ορισμένοι μεγάλοι στοχαστές πίστεψαν ότι έχουν ανακαλύψει ψυχρά σε διάφορες πραγματείες τις υλικές αιτίες της αδικίας, οι οποίες πραγματείες όμως κατέληγαν να προκαλούν στους έντιμους ανθρώπους μια φλογερή έξαψη διεκδικήσεων, εξαιτίας του πάθους με το οποίο στις σελίδες τους εγκωμίαζαν τις αρετές μιας ιπποτικής κοινωνίας που καταστράφηκε από τους εμπόρους, έτσι και στη δύστυχη εποχή μας ένας νέος, ο οποίος προσωπικά δεν είχε ανάγκη από τίποτα, αφού είχε γεννηθεί, όπως και εκείνοι οι στοχαστές, στους κόλπους μιας προνομιούχας οικογένειας, ρίχτηκε στην πάλη υποκινημένος από ρομαντικά ιδεώδη.

Και όσο και αν τον απασχολούσαν οι αριθμητικές όψεις της παραγωγής, σε μια κρίσιμη στιγμή της κουβανικής οικονομίας, αρνήθηκε να αναπτύξει αυτήν την παραγωγή προσφεύγοντας σε υλικά κίνητρα.

Υποστήριξε αντίθετα ότι ήταν αναγκαίο να αλλάξουμε τη νοοτροπία των μαζών για να δημιουργήσουμε το νέο άνθρωπο στον οποίο απέβλεπε η επανάσταση και έκανε έκκληση στον επαναστατικό ενθουσιασμό, στον πατριωτισμό, στην ανιδιοτελή στράτευση, στην πίστη που κινεί τα βουνά. Θα μπορούσε να λεχθεί -και σίγουρα έχει λεχθεί- ότι αυτές οι ιδέες δεν είναι συνετές. Αλλά ποιος απέδειξε ποτέ ότι είναι η σύνεση αυτή.

(Το παραπάνω αποτελεί απόσπασμα επικηδείου λόγου του αργεντίνου συγγραφέα Ερνέστο Σάμπατο που εκφώνησε στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού γιά το θάνατο του Τσε. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Scritti politici e privati di Che Guevara”, Editori Riunitti, 1988).



«Είμαι Κουβανός και Αργεντινός συγχρόνως, και, αν δεν προσβάλλονται οι λαμπρές εξοχότητες των Λατινοαμερικανών εκπροσώπων, νιώθω τόσο πατριώτης Λατινοαμερικάνος, από οποιαδήποτε χώρα της Λατινικής Αμερικής, όσο κανένας άλλος, και την ώρα που θα είναι αναγκαίο είμαι διατεθειμένος να δώσω τη ζωή μου για την απελευθέρωση οποιασδήποτε από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, χωρίς να ζητήσω τίποτα από κανέναν, χωρίς να απαιτήσω τίποτα, χωρίς να εκμεταλλευτώ κανέναν.»

(Ομιλία στον ΟΗΕ, 1964)

# «Και για σένα πεθαίνω, ηλίθιε!»

Προχτές συμπληρώθηκαν 46 χρόνια από την αιχμαλωσία και την δολοφονία του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία. Εκείνος στον οποίο ανατέθηκε να τον εκτελέσει ήταν ο υπαξιωματικός Μάριο Τεράν.

Ο Μάριο Τεράν, ο δολοφόνος του Τσε, το 2006 υποβλήθηκε σε εγχείρηση από Κουβανούς γιατρούς που συμμετέχουν στο πρόγραμμα της «Επιχείρησης Θαύμα» και προσφέρουν – δωρεάν - τις υπηρεσίες τους σε ασθενείς σε όλη τη Λατινική Αμερική. Ο Τεράν έπασχε από καταρράκτη. Οι επεμβάσεις καταρράκτη δεν είναι και τόσο απλό πράγμα για τους φτωχούς ανθρώπους στη Λατινική Αμερική.

Ο γιος του Τεράν, το 2007, στην συμπλήρωση 40 χρόνων από την δολοφονία του Τσε, έστειλε  σε εφημερίδα της Βολιβίας ευχαριστήριο μήνυμα προς τους Κουβανούς γιατρούς που αποκατέστησαν την όραση του πατέρα του. Του δολοφόνου, δηλαδή, του (και) γιατρού Τσε Γκεβάρα...

«Θυμηθείτε αυτό το όνομα - Μάριο Τεράν - ένας άνδρας που εκπαιδεύτηκε για να σκοτώσει μπορεί και πάλι να βλέπει χάρη στους γιατρούς που ακολουθούν τις ιδέες του θύματός του», ήταν το ρεπορτάζ με το οποίο κατέγραψε την είδηση η εφημερίδα «Γκράνμα» της Κούβας.

Θυμηθείτε, λοιπόν, τον Μάριο Τεράν. Και δίπλα σε αυτόν, θυμηθείτε κι εκείνον τον ναζί εκτελεστή. Η ιστορία έρχεται από τα παλιά και μας την διηγήθηκε πριν από χρόνια ένας αγαπημένος συνάδελφος και φίλος, ο Γιώργος Μουσγάς που την είχε ξετρυπώσει  από αναγνώσματα των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων:

Ήταν μέρες Κατοχής. Στη Γαλλία. Στον τόπο της εκτέλεσης, λίγο πριν δοθεί το παράγγελμα στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο ναζί εκτελεστής γυρίζει υπεροπτικά στον μελλοθάνατο Γάλλο αντιφασίστα και τον ρωτά: «Τι έχεις να πεις που δε θα δεις ποτέ τις ιδέες σου να πραγματώνονται;». Ο αντιφασίστας, με απόλυτο έλεγχο του εαυτού του, με απόλυτη συνείδηση της αξίας της θυσίας του, απαντά: «Και για σένα  πεθαίνω, ηλίθιε»!

Είναι αληθινή η ιστορία; Δεν ξέρω. Αλλά τί σημασία έχει;…

Όχι λίγες φορές, επανέρχεται το ερώτημα: Τι ήταν εκείνο που οδήγησε έναν από τους ηγέτες μιας από τις σημαντικότερες επαναστάσεις του 20ού αιώνα να προσφέρει τόσο αφειδώλευτα -  και κατά άλλους τόσο «απερίσκεπτα» και τόσο «τυχοδιωκτικά» - την ίδια του τη ζωή στο πεδίο των μαχών για την κοινωνική απελευθέρωση;

Στη στάση του Τσε απέναντι στη ζωή (όπως περιέγραψε ο Φιντέλ Κάστρο στον επικήδειο στη μνήμη του Τσε που εκφωνήθηκε στην Πλατεία της Επανάστασης στην Αβάνα, στις 18 Οκτώβρη 1967) επέδρασε σημαντικά

«η αντίληψη ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην Ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της Ιστορίας δε σταματά ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών (...). Άνθρωποι σαν κι αυτόν - συνέχισε ο Κάστρο - είναι ικανοί, με το παράδειγμά τους, να συμβάλουν στην εμφάνιση άλλων που να τους μοιάζουν (...)»

Την αντίληψη του Τσε για τον άνθρωπο δε θα μπορούσαν ποτέ να την καταλάβουν οι δολοφόνοι του. Πόσο μάλλον να την εξοντώσουν.

Ό,τι  δεν κατάφεραν με τον Τσε  εκείνοι που τον δολοφόνησαν νόμισαν ότι θα το κατόρθωναν όσοι πίστεψαν ότι μπορούν να τον μετατρέψουν σε μια ακίνδυνη στάμπα πάνω σε μπλουζάκια και «μοδάτα» αξεσουάρ.

Ούτε αυτοί αντιλήφθηκαν ότι η ζωή του Τσε ξεπερνά κατά πολύ την αγοραία λογική τους. Δεν είχαν τα εργαλεία να αντιληφθούν εκείνο που κατάλαβε ο Σαρτρ: «Η ζωή του Τσε» - έλεγε ο Σαρτρ - είναι η ιστορία του πληρέστερου ανθρώπου της εποχής μας».

Αυτή η «πλήρης Ιστορία», που ο Τσε την έγραψε και την διηγήθηκε με τη ζωή και το θάνατό του, είναι ταυτόχρονα και η απάντηση στο ερώτημα «γιατί ο Τσε  συνεχίζει να ζει».

Όσοι προσπαθούν να εξαντλήσουν την εξήγηση αυτής της «αθανασίας», εστιάζοντας στην εικόνα του Τσε σαν «γητευτή των φοιτητικών ονείρων», ξεχνούν ότι ο Τσε των εργατών και των αγροτών, ο Τσε των ταπεινών και καταφρονεμένων, ο Τσε της νεολαίας, δε μας άφησε κληρονομιά μόνο το απίστευτο βλέμμα του. Ενα βλέμμα που κοιτάζει μακριά αλλά στέρεα προς το φαινομενικά αδύνατο. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο Τσε και οι σύντροφοί του στην Κούβα έγιναν η απόδειξη της νίκης απέναντι στην καταπίεση, στη διαφθορά, στο φασισμό, στον ιμπεριαλισμό. Δεν ήταν μόνο ότι ο Τσε αρνήθηκε μια «στρωμένη» και άνετη ζωή, πριν την κουβανέζικη επανάσταση, ότι δεν θαμπώθηκε από τις τιμές, τα πόστα, την αναγνώριση, μετά την επικράτηση της επανάστασης.

Ολα αυτά μαζί μπορεί να συνθέτουν τον «μύθο» του Τσε, αλλά δεν είναι αρκετά να εξηγήσουν το γιατί ο Τσε Γκεβάρα «ζει».

Στην πραγματικότητα, τίποτα δε θα μπορούσε να κρατήσει «ζωντανό» τον Τσε, αν δεν παρέμεναν τραγικά ζωντανά και δραματικά επίκαιρα όλα όσα τον «γέννησαν». Ο πραγματικός λόγος που ο Τσε  παραμένει «ζωντανός» είναι ότι παραμένουν ζωντανά όλα όσα τον «γέννησαν».

Ο Τσε «ζει» γιατί, ως πολεμιστής και ως πολιτικός, ήταν ο κομαντάντε μιας υπόθεσης που και ως θεωρία και ως πράξη θα βρει την ολοκλήρωσή της, μόνο όταν καταργηθεί κάθε μορφής εκμετάλλευση. Ο μαρξισμός και το κομμουνιστικό ιδεώδες είναι πλήρως εξαγνισμένο μέσα μου, έλεγε ο Τσε, προσθέτοντας με απόλυτη σαφήνεια: «Δεν υπάρχει για μας κανείς άλλος ορισμός του σοσιαλισμού, πλην της κατάργησης της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο».

Ο Τσε θα παραμένει «ζωντανός» για όσο το βλέμμα του θα δείχνει ότι είναι ρεαλιστικό το όραμά του για έναν κόσμο ελεύθερο, δημοκρατικό, χωρίς πείνα, χωρίς φτώχεια, χωρίς καταπίεση.

«Αν τρέμεις από αγανάκτηση για κάθε αδικία, είσαι σύντροφός μου», έλεγε ο Τσε. Για όσο στον κόσμο η αδικία θα εξακολουθεί το έργο της, όσο οι έννοιες «τιμή» και «αξιοπρέπεια» θα υπάρχουν στο λεξιλόγιο των ανθρώπων,  ο Τσε θα είναι «ζωντανός». Γιατί «ο άνθρωπος - έλεγε ο Τσε- πρέπει να περπατάει με το κεφάλι απέναντι στον ήλιο. Και ο ήλιος πρέπει να κάψει το μέτωπο και καίγοντάς το να το σφραγίσει με τη σφραγίδα της τιμής. Όποιος περπατάει σκυφτός, χάνει αυτήν την τιμή».

Λίγο πριν τη δολοφονία του, ο Τσε είχε στείλει στα παιδιά του ένα γράμμα:

 «Αγαπημένα μου Ιλδίτα, Αλεϊδίτα, Καμίλο, Σέλια και Ερνέστο,

Αν μια μέρα χρειαστεί να διαβάσετε τούτο το γράμμα, θα πει πως πια δεν είμαι ανάμεσά σας. Σχεδόν δε θα με θυμάστε πια και τα πιο μικρά θα μ' έχουν ξεχάσει. Ο πατέρας σας ήταν ένας άνθρωπος που έπραττε όπως σκεφτόταν, και που σίγουρα ήταν πιστός στις πεποιθήσεις του (….). Να μελετάτε πολύ, για να μπορέσετε να κυριαρχήσετε στην τεχνική, που θα σας επιτρέψει να κυριαρχήσετε στη φύση (…). Να 'στε κυρίως ικανά να αισθάνεστε, όσο πιο βαθιά μπορείτε, κάθε αδικία που γίνεται απέναντι σ' οποιονδήποτε, σ' οποιαδήποτε χώρα του κόσμου(…). Πάντα, παιδιά μου, θα ελπίζω να σας ξαναδώ.

Ένα μεγάλο και δυνατό φιλί απ' τον Μπαμπά».

Δεν είδε ποτέ ξανά τα παιδιά του. Στις 8 προς 9 Οκτώβρη του 1967, ο κομαντάντε Τσε Γκεβάρα, περνούσε στο πάνθεον των «αθανάτων» της Ιστορίας με διαβατήριο την πίστη του στις πεποιθήσεις του. Χτυπήθηκε από δυο σφαίρες στο σβέρκο. Πισώπλατα. Οι δολοφόνοι του, αν και αιχμάλωτος, δεν είχαν το κουράγιο να τον κοιτούν στα μάτια ούτε καν τη στιγμή που τον εκτελούσαν. Οι δολοφόνοι του μοίρασαν ανά την υφήλιο τη φωτογραφία του νεκρού Τσε πιστεύοντας ότι έτσι θα σφράγιζαν και θα έκλειναν τους λογαριασμούς τους μαζί του.

Εκαναν λάθος. Μια άλλη φωτογραφία ήταν εκείνη που έμελλε να μείνει στην Ιστορία.

(του Νίκου Μπογιόπουλου για τα 46 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε)




# Το τελευταίο γράμμα στον Κάστρο

«Φιντέλ,
Αυτή τη στιγμή θυμάμαι πολλά πράγματα-όταν σε γνώρισα στο σπίτι της Μαρίας-Αντωνίας, όταν μου πρότεινες να σε ακολουθήσω, την ένταση της προετοιμασίας. Μια μέρα ήρθαν και μας ρώτησαν ποιος θα έπρεπε να ειδοποιηθεί σε περίπτωση θανάτου μας. Τότε η συνειδητοποιήσαμε την πιθανότητα αυτή. Αργότερα μάθαμε ότι ήταν αλήθεια, ότι σε μια επανάσταση νικά κανείς ή πεθαίνει (αν είναι πραγματική). Πολλοί σύντροφοι έπεσαν στην πορεία προς τη νίκη.

Σήμερα τα πάντα έχουν ένα λιγότερο δραματικό τόνο, επειδή είμαστε πιο ώριμοι, αλλά το γεγονός επαναλαμβάνεται. Αισθάνομαι ότι έχω κάνει το καθήκον μου προς την Κουβανέζικη επανάσταση, στο έδαφός της, και αποχαιρετώ εσένα, τους συντρόφους, το λαό σου ο οποίος είναι τώρα δικός μου.

Παραιτήθηκα επίσημα από τις θέσεις μου στην ηγεσία του κόμματος, το πόστο μου σαν υπουργός, το βαθμό μου σα διοικητής και την υπηκοότητά μου. Δεν έχω κανένα πια δεσμό νομικά με την Κούβα. Οι μόνοι δεσμοί που εχω είναι άλλης φύσεως-αυτοί που δεν σπάνε όπως οι διορισμοί σε πόστα.

Ανασκοπώντας τη ζωή μου, πιστεύω ότι δούλευα με αρκετή τιμιότητα και αφοσίωση για να εδραιώσω την επαναστατική κατάκτηση.

Το μόνο μου σοβαρό λάθος ήταν το ότι δεν σου έδειξα αρκετή εμπιστοσύνη απ' τις πρώτες στιγμές στη Σιέρα Μαέστρα και το ότι δεν κατάλαβα αρκετά γρήγορα τις ηγετικές και επαναστατικές σου ικανότητες. Έζησα υπέροχες στιγμές δίπλα σου και αισθάνομαι την τιμή να ανήκω στους ανθρώπους σου στις λαμπρές μα λυπημένες μέρες της κρίσης της Καραϊβικής. Λίγοι πολιτικοί είναι στις μέρες μας τόσο λαμπροί όσο εσύ. Είμαι επίσης περήφανος που σε ακολούθησα χωρίς δισταγμό, που ταυτίστηκα με τον τρόπο που σκέφτεσαι και που εκτιμάς τους κινδύνους.

Άλλα έθνη του κόσμου χρειάζονται τις ταπεινές μου προσπάθειες συμπαράστασης. Μπορώ να κάνω αυτό που εσύ δεν μπορείς λόγω της ευθύνης σου στην αρχηγία της Κούβας, και έφτασε ο καιρός να αποχωριστούμε.

Πρέπει να ξέρεις ότι αυτό το κάνω με ανάμεικτα συναισθήματα. Αφήνω εδώ την πιο αγνή μου ελπίδα σαν χτίστης και σαν αγαπημένος αυτών που λατρεύω. Και αφήνω τους ανθρώπους που με δέχτηκαν σα γιο. Αυτό πληγώνει ένα μέρος της ψυχής μου. Μεταφέρω στα πεδία των νέων μαχών την πίστη ότι με δίδαξες, το επαναστατικό πνεύμα του λαού μου, το αίσθημα της εκπλήρωσης ενός απ' τα πιο ιερά καθήκοντα: να πολεμάς όπου και να είσαι τον ιμπεριαλισμό. Αυτό είναι μια πηγή δύναμης και ακόμη, γιατρεύει τις βαθύτερες πληγές.

Δηλώνω για άλλη μια φορά ότι απαλλάσσω την Κούβα από κάθε ευθύνη, εκτός απ' αυτή που προέρχεται απ' το παράδειγμά της. Αν ο θάνατος με βρει κάτω από άλλους ουρανούς, η τελευταία μου σκέψη θα είναι γι αυτό το λαό και ειδικά για σένα.

Είμαι ευγνώμων για τη διδασκαλία και το παράδειγμά σου, στο οποίο θα προσπαθήσω να σταθώ πιστός μέχρι τις τελικές συνέπειες των πράξεών μου. Πάντα ταυτιζόμουν με την εξωτερική πολιτική της επανάστασής μας, όπως και συνεχίζω. Όπου κι αν βρίσκομαι, θα αισθάνομαι την ευθύνη του να είσαι Κουβανός επαναστάτης και σαν τέτοιος θα συμπεριφέρομαι. Δεν λυπάμαι που δεν άφησα τίποτα υλικό στη γυναίκα και τα παιδιά μου. Είμαι ευτυχισμένος που έγινε έτσι. Δε ζητώ τίποτα γι αυτούς γιατί το κράτος θα φροντίσει να έχουν αρκετά για να ζήσουν και να μορφωθούν. Θα είχα πολλά να πω σ' εσένα και το λαό μας, αλλά αισθάνομαι ότι είναι άχρηστα. Οι λέξεις δεν μπορούν να εκφράσουν αυτό που θα ήθελα και δεν υπάρχει λόγος να ξοδεύω σελίδες.

Πάντα μπροστά για τη νίκη! Πατρίδα ή θάνατος! Σε αγκαλιάζω με όλο τον επαναστατικό μου ζήλο".



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου